Κυριακή 12 Απριλίου 2020

« ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ » Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΣ ΜΕΣΩ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ





« ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ »
  Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΣ
ΜΕΣΩ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ




Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Μέ εἰσηγητή τόν κ. Καλέμη Εὐάγγελο καί θέμα:
« ΕΝΔΥΜΑ ΟΥΚ ΕΧΩ »
  Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΓΥΜΝΟΤΗΤΑΣ ΜΑΣ
ΜΕΣΩ ΕΝΟΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ
σᾶς περιμένουμε τήν  Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου  στίς 18:00
στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας.
 Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.

---------------------------


π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου

Τὸ παραμύθι σου ἄνοιξε...



Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι φιλεπίστροφη. Ἔχει τὴ δυ­νατὴ τῆς ἐπιστροφῆς διάθεση. Ἡ σύλληψη αὐτῆς τῆς τάσης ἔγινε τὴν τραγικὴ στιγμὴ τῆς φυγῆς ἀπὸ τὴν παραδείσια τῆς ἀγάπης κατάσταση. Ὅλα τὰ κύτταρα, πνευματικὰ καὶ σω­ματικά, κοινώνησαν τὴν πικρὴ γεύση τοῦ ξεριζωμοῦ καὶ τῆς προσφυγιᾶς. Ἔτσι πόθησαν νὰ γευτοῦν καὶ πάλι μὲ τὴν λα­βίδα τῆς ἐπιστροφῆς τὴν Θεία Κοινωνία, τὸν ἐπαναπατρισμὸ στὸν παράδεισο, στὸν προδομένο καὶ ἐγκαταλελειμμένο Θεό. Δρόμος ἐπιστροφῆς, τὸ παρελθόν. Ἕνα μακρὺ σχοινὶ μὲ κόμπους σφιχτοδεμένους ἀπὸ τὰ δάκτυλα τοῦ ἐγωισμοῦ. Πτώσεις ὀδυνηρές, ἀστοχίες πνευματικές, ἁμαρτίες ἀθερά­πευτες. Ἡ παρουσία τους, ἀπουσία ἀγάπης, ἐξορία τῆς χάρι­τος. Ὄχημα στὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ μετάνοια. Ἐκείνη ἀγκαλιάζει τὸν Θεὸ πρὶν ἀκόμη τὸν πλησιάσει ἡ ψυχή. Ἐκείνη ποὺ διακριτικὰ ρίχνει τὸν πόθο, τὴν λαχτάρα γιὰ τὸν Θεὸ καὶ στὴν διάθεση καὶ στὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐκείνη ποὺ ταπεινὰ σκύβει, νὰ λύσει τοὺς κόμπους καὶ νὰ ἐλευθερώσει  ὅ,τι ἀπὸ τὴν ψυχὴ αἰχμαλωτίστηκε.
 Προ­ορισμὸς τῆς μετανοημένης ἐπιστροφῆς, ἡ παιδικότητα. Ἡ ἐπίγεια βάση ἐκτόξευσης τῆς ὕπαρξης στὴν οὐράνια πατρίδα. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, σφραγῖδα γνησιότητας καὶ ἀληθείας. «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν· ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτός ἐστιν ὁ μείζων ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ιη´ 4-5). Στὸν λόγο αὐτὸ τοῦ Κυρίου, θὰ μποροῦσες νὰ ἀπορήσεις καὶ νὰ ἐκφρα­στεῖς, ὅπως ὁ Νικόδημος, ὁ κρυφὸς μαθητής.
Δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ βρεθῶ πάλι στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου καὶ νὰ ξαναγεννηθῶ; Ὄχι βέβαια. Δὲν σώζει ἡ παιδικὴ ἡλικία. Ὁ Κύριος δὲν ζητᾶ τὴν ἀνευθυνότητα τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Δὲν ἀναφέρεται στὴν ἀπειρία της ἢ στὴν ἀπουσία τῆς γνώσης. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ τὴν καθαρότητα ποὺ ξεχει­λίζει μέσα ἀπὸ τὰ ἀθῶα βλέμματα, τὶς ἁπλὲς σκέψεις, τὶς ἐλεύθερες ἀπὸ τὶς ἀγκυλώσεις τοῦ συμφέροντος κινήσεις. Ὁ Κύριος μιλᾶ γιὰ κατάσταση πνευματικὴ καὶ ὄχι γιὰ περίοδο χρονικὴ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ζητᾶ αὐτὴν τὴν κατάσταση μέσα στὴν ὁποία ἀναπαύεται ὁ Θεός. Τὴν κατάσταση ποὺ καὶ ἐσὺ μέσα στὴν ἀτμόσφαιρά της ἀναπνέεις τὴν χαρὰ καὶ τὴν χάρη, μέσα στὸ κλῖμα της ἀγγίζεις τὴν εἰρήνη. Ἡ καθα­ρότητα τῆς ζωῆς, ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό, ὅπως τοῦ παιδιοῦ στὸν πατέρα, ἡ ἄδολη ἀγάπη, ἡ ταπεινὴ ὑπα­κοὴ ὁδηγοῦν στὴν ἐμπειρία τῆς οὐράνιας τοῦ Θεοῦ Βασιλείας στὴν ἐπίγεια τοῦ ἀνθρώπου πορεία.
Ἕνας εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς, ἡ μετάνοια. Δύσκο­λος, στενὸς καὶ ἀνηφορικός. Σηκώνεις ὅλη σου τὴν ζωή, τὸ σταυρό σου δηλαδή. Μετακομίζεις. Πολλὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχον-τά σου, πάθη, κακίες, ἐμπάθειες, πρέπει νὰ τὰ πετάξεις γιὰ νά... πετάξεις. Ἡ μικρότητά τους δὲν χωρᾶ στὴν ἀπεραντο­σύνη τῆς παιδικότητας. Πρέπει νὰ ἀφήσεις, νὰ διώξεις, νὰ λύσεις, νὰ δέσεις, νὰ δεχθεῖς, νὰ ἀρνηθεῖς, νὰ ταπεινωθεῖς γιὰ νὰ πορευθεῖς. Ἡ πόρτα τοῦ παιδικοῦ τρόπου εἶναι χα­μηλή. Θὰ χρειαστεῖ νὰ σκύψεις, ὅπως ὁ λειτουργὸς μπροστὰ στὴν Ἁγία Τράπεζα.  
Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ δρό­μο ἐπιστροφῆς στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι δρόμοι. Δὲν εἶναι ὅμως ἐπιστροφῆς ἀλλὰ ἀναδρομῆς. Ἕνας τέτοιος δρόμος εἶναι καὶ ἡ σκέψη. Εἶναι δρόμος εὔκολος. Ὄχημα δὲν εἶναι ἡ μετάνοια ἀλλὰ ὁ λογισμός. Φθηνὸ εἰσι­τήριο καὶ μὲ σύντομη ἐπιστροφὴ στὴν τωρινή σου κατάσταση. Δὲν παίρνεις καμία ἀποσκευή. Ταξι­δεύεις γιὰ μία μόνο ἀνάσα. Ὄχι καθαροῦ ἀέρα ἀλλὰ καθα­ρότητας ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία. Σύντομα ὁ λογισμὸς θὰ σὲ ἐπαναφέρει καὶ θὰ σὲ ρίξει στὴν ρηχὴ τῆς καθημερινότητας κολυμβήθρα.
Ὅποιο δρόμο ὅμως καὶ ἂν πάρεις, εἴτε τῆς ἐπιστροφῆς, εἴτε τῆς ἀναδρομῆς, εἶναι βέβαιο πὼς θὰ συναντήσεις τὶς γεροντικὲς μορφὲς γιαγιάδων καὶ παππούδων ποὺ ἀγκάλιασαν τρυφερὰ καὶ ὑπερασπίστηκαν ἡρωικὰ τὸν παράδεισο τῆς παι­δικότητάς σου. Μοιάζουν μὲ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ σκαμμέ­να ἀπὸ τὸ ἀλέτρι τοῦ χρόνου καὶ τὰ λουσμένα ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ στὸ εἰκόνισμα τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου.
Σὰν ψηλὰ τείχη ὀχυρωμένης πόλης, οἱ ῞Αγιοι Θεοπάτορες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ὁ κατάλευκος πρεσβύτης Συμεὼν καὶ ἡ Ἁγία γιαγιὰ Ἄννα, περικυκλώνουν προστατευτικά, ἀγκαλιά­ζουν λατρευτικά, νανουρίζουν δοξολογικὰ καὶ κοιτοῦν ἱκε­τευτικὰ τὸν μεγάλο Θεὸ σαρκωμένο στὴν μορφὴ ἑνὸς μωροῦ. Γνωρίζουν καλὰ πὼς ἀκόμα ζοῦν καὶ βασιλεύουν, ὅπως καὶ σήμερα, «οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδιοῦ» (Ματθ. β´ 8).

Ὅπως τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ οἱ δικοί σου γιαγιάδες καὶ παπ­ποῦδες στάθηκαν δίπλα σου. Διάκονοι καὶ λειτουργοὶ στὸν ναὸ τῆς παιδικότητάς σου. Πάλεψαν γιὰ νὰ μὴν κλέψει κα­νεὶς τὴν καθαρότητα καὶ ἀδειάσει τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς σου. Ἡ ὅραση τῆς ἀγάπης τους δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ σὲ βλέπει σὰν παιδί, ἀκόμα καὶ ὅταν εἶχες φύγει «εἰς χώραν μακρὰν» (Λουκ. ιε´ 13). Πόσο ἀλήθεια μοιάζουν μὲ ἐκεῖνον τὸν Πατέρα, ποὺ ὅσο ὁ γυιός του χανόταν στὸν ὁρίζοντα τῆς ἀπειρίας του, τόσο πε­ρισσότερο παιδί του γινόταν. Πόσες φορὲς νὰ ξενιτεύτηκε ἡ ἀγάπη τους στὴν αὐτοεξορία τῆς ἀσωτίας σου. Ἕνα ἰσχυρὸ ὅπλο τους γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς παιδικῆς ψυχῆς καὶ τὸ παραμύθι. Πόσα δὲν δίδαξαν μὲ τὸ παραμύθι.

Τὴν ἐμπειρία τῆς ζωῆς. Τὴν βαρύτητα τοῦ περιεχομένου τῆς ψυχῆς. Τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀρετῆς. Τὴν καλλιέργεια τοῦ ἤθους. Τὴν ἧττα τοῦ κακοῦ. Τὸν θρίαμβο τοῦ καλοῦ. Τὴν ἀδυναμία τοῦ ἰσχυροῦ. Τὴν δύναμη τοῦ ταπεινοῦ. Τὴν ἀνάσταση τῆς δικαιοσύνης. Τὴν νέκρωση τῆς ἀδικίας. Πόσα μαθήματα σοφοῦ πανεπιστημιακοῦ δασκάλου στὸ ἀμφιθέ­ατρο τῆς ἀγκαλιᾶς τους. Ξαναγυρίζουμε στὸν κῆπο τῶν πα­ραμυθιῶν, γιὰ νὰ ἐργαστοῦμε στὴν συγκομιδὴ τῆς ἀλήθειας. Ἐπιστρέφουμε μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια θὰ μᾶς ἐλευθερώσει...
π. Σ. Β.
* * *

Περιεχόμενα τοῦ βιβλίου
Πρόλογος.
Εἰσαγωγή.
Ἡ Σταχτοπούτα.
Τὰ τρία γουρουνάκια.
Ἡ Κοκκινοσκουφίτσα.
Τὸ ἀσχημόπαπο.
Ἡ στολὴ τοῦ αὐτοκράτορα.
Ἐπίλογος.
Θερμὲς εὐχαριστίες.
■ Σημ. ἡμετ.: Τὸ συστήνουμε ἀνεπιφυλάκτως!... Εἶναι θαυ­μάσιο!...

† Γ.῾Ι.Μ.

--------------------------



Η ΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου


Μιά φορά κι ἕναν καιρό πρίν ἀπό πολλά χρόνια, σέ μιά γωνιά τοῦ πλανήτη, ζοῦσε μέσα στόν πλοῦτο καί στή χλιδή ἕνας φιλάρεσκος βασιλιάς. Δέν τόν ἐνδιέφεραν τά προβλήματα τοῦ βασιλείου του. Ἡ μόνη του μέριμνα ἦταν νά φτιάχνει φανταχτερές στολές…

Ὁ γυμνός βασιλιάς

…Στο ἄκουσμα τοῦ γυμνοῦ βασιλιᾶ δέν μπορεῖς νά κρατήσεις τόν λογισμό πού ξεφεύγει τρέχοντας μέ τή γνωστή του ταχύτητα καί φτάνει μπροστά στόν πρῶτο γυμνό βασιλιά, τόν Ἀδάμ. Βασιλιάς ἐνθρονισμένος ἐπίσημα ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό. Βασιλιάς ἐκθρονισμένος βίαια ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἐγωισμό. Ὁ ἄνθρωπος τό κέντρο τῆς κτίσεως, ἔγινε ἀπόκεντρο. Ὁ ἀνάδοχος τῆς κτίσεως, ἔγινε δυνάστης. Ὁ διαχειριστής, ἐκμεταλευτής.
Ἡ αἴσθηση τῆς γυμνότητας γεννιέται μέ τήν πτώση του καί ἀποκαλύπτει τό ἄδειασμά του ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού τόν ἔντυσε. Γυμνός ὁ ἄνθρωπος ἀπό κάθε ὡραιότητα. Γυμνός ἀπό κάθε δύναμη. Γυμνός ἀπό αἰωνιότητα. Ἔβγαλε, ἀποδύθηκε τή ζωή καί ντύθηκε τόν θάνατο. Αὐτή ἡ ὑπαρξιακή του γυμνότητα ἔχει συνοδούς τίς φοβίες, τήν αἰσχύνη, τήν ἀνασφάλεια, τήν ἀγωνία, τήν κόπωση. Ὅλα ὅσα πρίν τόν γέμιζαν, ἀφοῦ τά ἀγκάλιαζε ἡ ἀνόθευτη, ἡ καθαρή τοῦ ἀγάπη, τώρα τόν ἀδειάζουν. Ἡ αἴσθηση σάν ἐρινύα τόν κυνηγᾶ, τόν κάνει νά κρύβεται, νά ὑποκρίνεται καί νά προσπαθεῖ νά βρεῖ τρόπους ἔνδυσης πού τελικά τόν ἀπογοητεύουν, τόν ἀπελπίζουν καί τόν ἀπογυμνώνουν.
Ἀναζητᾶ ἀπεγνωσμένα ἐνδύματα στά ἐργαστήρια ἑνός καλοῦ ἐνδυματολόγου καί ἄριστου διαφημιστῆ, τοῦ διαβόλου. Πουλᾶ τά πάντα γιά νά ντυθεῖ μέ πλοῦτο πού τόν θαμπώνει. Νά γεμίσει μέ δόξα πού τόν ἀδειάζει. Νά ζήσει γιά μιά ἰδεολογία πού τόν πωρώνει.
Δέν καταφεύγει στόν Θεό. Ὅταν εἶσαι θεόγυμνος, ὅ,τι καί νά ἔχεις, ὅ,τι καί νά κάνεις, ὅ,τι καί νά πεῖς , ὅ,τι καί νά ζήσεις, δε θά μπορέσεις νά θεραπεύσεις τήν αἴσθηση, νά κλείσεις τό κενό, νά γεμίσεις τή ζωή.
Τό παραμύθι περιγράφει ὄχι μόνο τόν λόγο τῆς ἀπογύμνωσης τοῦ βασιλιᾶ ἀλλά καί τίς τραγικές καί ἀποτυχημένες ἀπόπειρες ἔνδυσής του.

Ἐνδύματα ἐπιφάνειας

Πρίν εἰσέλθει ὁ αὐτοκράτορας στόν κόσμο τοῦ παραμυθιοῦ, πέρασε ἀπό τήν παραβολή τοῦ Χριστοῦ…Στίς πρῶτες λέξεις τοῦ παραβολικοῦ λόγου περιγράφονται γλαφυρά τά συμπτώματα τῆς ἀσθένειας. «Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καί ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ἡμέραν λαμπρῶς» (Λουκ.16, 19). Αὐτοκράτορας τοῦ παραμυθιοῦ καί πλούσιος τῆς παραβολῆς εἶναι τό ἴδιο πρόσωπο ἤ μᾶλλον ἡ ἴδια ἰδιοσυγκρασία, ὁ ἴδιος τρόπος καί στάση ζωῆς. Ἡ ἴδια ἀρρώστια.
Αὐτό τό ἀθεράπευτο σύνδρομο τοῦ Ἀδάμ, ἡ αἴσθηση τῆς γυμνότητας, μαστιγώνει τή διάνοια τοῦ αὐτοκράτορα, καταδυναστεύει τήν ψυχή του, ἐπιβάλλεται στήν ἐπιθυμία του, καθορίζει τόν τρόπο τῆς ζωῆς του. Ἐπιδίωξή του καθημερινή, μέλημά του τά ἀκριβά, λαμπρά, φανταχτερά ροῦχα. Κοπιάζει στήν ἄγονη γῆ τῆς ἐπιφάνειας, χωρίς νά νιώθει ὅτι τόν ἄνθρωπο τόν ντύνει, τόν τρέφει , τόν στεγάζει αὐτό πού ἔχει στό βάθος του. Αὐτή ἡ ψυχή πού καί ὅταν τή συναντήσει τῆς συμπεριφέρεται σάν νά εἶναι στομάχι.
«Ψυχή, φάε, πιές, ἀπόλαυσε τά ὑλικά ἀγαθά σου καί τίς σαρκικές ἡδονές». Ὅταν σαρκοποιήσεις τήν ψυχή, τήν ἔβαλες στήν ὁδό τῆς φθορᾶς μέ προορισμό τόν θάνατο.

Ὁ καθημερινός τοῦ προσώπου θάνατος

Ὁ αὐτοκράτορας ἄλλαζε ροῦχα πολλές φορές τήν ἡμέρα.  Ἡ ὥρα τόῦ ἐπέβαλλε τήν ἐνδυμασία. Ἄλλη φορεσιά τό πρωί. Ἄλλη στό μεσημεριανό τραπέζι. Ἄλλη στόν ἀπογευματινό περίπατο. Ἄλλη στολή στή βραδινή διασκέδαση. Ἀκοῦς ὅτι ὅλες οἱ ὧρες δέν εἶναι ἴδιες. Σίγουρα δέν εἶναι ἴδιες. Ἐσύ ὅμως «ντύνεις» τίς ὧρες διακριτικά καί ὄχι αὐτές ἐσένα. Ὅταν μπαίνεις δυναμικά μέσα στόν χρόνο, ντύνεις τή στιγμή μέ τήν παρουσία σου, τήν ἐργασία σου, τήν προσπάθειά σου. Πολλές ὧρες τοῦ χρόνου σου εἶναι γυμνές ἀπό τήν ἀπουσία σου. Αὐτές οἱ γυμνές στιγμές εἶναι καταδικασμένες νά χαθοῦν στῆς λήθης τά βαθιά νερά. Νά ξεχαστοῦν. Νά διαγραφοῦν ἀπό τό βιβλίο τῆς ζωῆς.
Ὁ τραγικός αὐτοκράτορας δέν ἄλλαζε μόνο ἀνάλογα μέ τίς ὧρες τῆς ἡμέρας ἀλλά καί σύμφωνα μέ αὐτόν πού θά συναντοῦσε. Ἐάν ἦταν ἐπίσημη προσωπικότητα, προσπαθοῦσε νά τόν ξεπεράσει σέ πολυτέλεια καί λαμπρότητα.
Ἐάν ἦταν ἄσημος, μέ τήν ἐνδυματολογική του ἐπιλογή τόν χλέβαζε. Μη βιαστεῖς νά κατακρίνεις τόν αὐτοκράτορα. Ἐάν λίγο σιωπήσεις, θά τόν ἀκούσεις νά ἀνασαίνει μέσα σου.
Πόσες φορές τή μέρα ἀλλάζεις προσωπεῖο, τρόπο, λόγο, συμπεριφορά;
Πόσες φορές μέσα στό δοκιμαστήριο τῆς ἀντιπάθειας ἔβγαλες τήν εὐγένεια καί  φόρεσες τήν ἀγένεια;
Πόσες φορές τό συμφέρον ἔκλεψε ἀπό τό λόγο σου τήν ἀλήθεια καί σοῦ ἐπέβαλλε νά προσφέρεις τή γλυκανάλατη κολακεία;
Μέσα σ’ αὐτές τίς ἀλλαγές πού ἐπιβάλλει ἡ ὧρα καί ἀπαιτοῦν τά πρόσωπα, ξεχνᾶς, ἀναλώνεις, ἀλλοιώνεις τόν ἀληθινό σου ἑαυτό. Θάβεται κάτω ἀπό τή βαρειά τοῦ προσωπείου ταφόπλακα.

Ὁ γάμος τῆς ματαιοδοξίας

Δύσκολος, ἄχαρος, ἀνελέητος τῆς ματαιοδοξίας ὁ ἔρωτας. Μπαίνεις στήν ἀρένα. Κοπιάζεις ἐξαντλητικά. Ἀγωνιᾶς ὐπερβολικά. Παθιάζεσαι παράφορα. Δέν φτάνεις πουθενά. Αὐτό τό πάθος δέν ἱκανοποιεῖται, δέν χορταίνει, δέν ἡσυχάζει, δέν ἀναπαύεται. Ὅσο τό τρέφεις, τόσο πεινᾶ.
Ἡ ἀνικανοποίητη ὄρεξή του, σοῦ τρώει τά σωθικά, τό μυαλό, τήν ψυχή. Ἐάν στήν ὁρμή του δέν ἀλλάξεις κατεύθυνση, ἐάν τή δύναμή του δέν τήν προσφέρεις στήν ἀρετή, τό πάθος δέν μεταμορφώνεται. Ζητᾶ νά ζευγαρώσει, νά τεκνοποιήσει… Ἡ ματαιοδοξία ζητᾶ νά γίνετε σάρκα μία. Νά γεννήσετε πολλά παιδιά.
Τήν ἀνοησία, τή φιληδονία, τήν ἀδιαφορία, τήν ὑποκρισία. Ἔτσι θά σοῦ ζητοῦν περισσότερα στόματα τροφή. Εἶσαι σύζυγος. Ἔχεις τήν ὑποχρέωση νά τά φροντίζεις προσφέροντας ὡς δῶρο τήν ἴδια σου τή ζωή.

Οἱ ράφτες

Ἡ ματαιοδοξία μετά τό γάμο σᾶς ἀνοίγει τό σπιτικό σας, δηλαδή τή ζωή σου. Ἀνοίγει ὅλες τίς πτυχές της. Τίς αἴθουσες τῆς διάνοιάς σου. Τά ὑπόγεια τῆς ψυχῆς σου. Τούς χώρους τῶν συναισθημάτων. Τά δωμάτια τῶν ἐπιθυμιῶν. Τούς διαδρόμους τῶν διαθέσεων. Τά πατάρια τῶν κριτηρίων σου. Μέσα σέ ὅλους τούς χώρους σου κινεῖται μέ οἰκειότητα. Μέσα σέ ὅ,τι εἶσαι, περιτριγυρίζουν οἱ καρποί τοῦ γάμου σας, τά παιδιά σας καί φιλοξενοῦνται οἱ ἐκλεκτοί καλεσμένοι σας.
Ἕνας ἀπό αὐτούς πού καθημερινά σέ ἐπισκέπτεται εἶναι ἡ παραπλάνηση. Ἡ ματαιοδοξία σέ κάνει νά βλέπεις μόνο αὐτά πού θέλει. Νά ἀκοῦς μόνο αὐτά πού τῆς ἀρέσουν. Νά κάνεις μόνο ὅ,τι τήν ἱκανοποιεῖ. Αὐτά ὅμως πού θέλει, πού τῆς ἀρέσουν, πού τήν ἱκανοποιοῦν εἶναι μάταια. Αὐτά  τά μάταια πού παραπλανοῦν. Αὐτά πού ἄν τά ἀκολουθήσεις χάνεις καί χάνεσαι. Ἡ παραπλάνηση θά σοῦ συστήσει τούς ράφτες πού φροντίζουν τήν ἐμφάνιση τῆς συζύγου σου, τῆς ματαιοδοξίας.
Ἐκείνους πού, ἐνῶ τήν ντύνουν, ἀπογυμνώμνουν ἐσένα. Ὁ ἀρχιράφτης εἶναι ὁ ἐγωισμός. Ἔχει τό χάρισμα νά σέ ράβει πάντα στά μέτρα της. Τό ψέμα εἶναι ὁ βοηθός του. Αὐτός πού ἀναλαμβάνει τή διαφήμιση, τήν κάλυψη, τήν ὑπεράσπιση τοῦ ἀφεντικοῦ του…
Τό ψέμα, λοιπόν, διαλαλοῦσε μέ στόμφο τό ἐμπόρευμα καί ὁ ἐγωισμός ἔπαιρνε μέτρα στόν αὐτοκράτορα. Δέν θά χρειαζόταν πλέον ὁ αὐτοκράτορας νά ἀλλάζει ἀνάλογα μέ τήν ὧρα τῆς ἡμέρας καί τά πρόσωπα πού θά συναντοῦσε. Ὅταν σέ ἀναλάβουν οἱ ράφτες τῆς ματαιοδοξίας, δέν ἔχει ἀξία ὁ χρόνος ἤ ὁ ἄλλος. Ἐσύ εἶσαι τό κέντρο τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἑσύ τά πάντα καί οἱ ἄλλοι τίποτα.
 Ὅλοι θά θαύμαζαν τή στολή  τοῦ αὐτοκράτορα ἐκτός ἀπό τούς ἠλίθιους καί ἐκείνους πού κατεῖχαν ἀνάξια θέση ὑψηλή. Αὐτό εἶπε τό ψέμα διαφημίζοντας τίς προδιαγραφές τῆς στολῆς. Ξέρει ὁ ἐγωισμός νά προφυλάσσεται, νά καλύπτεται, νά καμουφλάρεται. Τήν ὧρα πού σοῦ παίρνει μέρτρα, παίρνει καί τά δικά του. Πονηριά, ψέμα, πλάνη, ὑποκρισία, φροντίζουν τό δικό του ἔνδυμα.
Ἡ στολή τόῦ αὐτοκράτορα πανάκριβη. Ὕπάρχει μεγαλύτερος κλέφτης ἀπό τόν ἐγωισμό; Κλέβει τή ζωή τῶν χαρισμάτων πού μένουν ἀκαλλιέργητα. Ἁρπάζει τά πολύτιμα πετράδια τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης, τῆς πίστης, τῆς ὑπομονῆς, τῆς πραότητας ἀπό τό περιδέραιο τῆς ψυχῆς…Ὁ φτωχός μέσα στόν πλοῦτο του αὐτοκράτορας ἔδινε, πλήρωνε, χορηγοῦσε, ἀγοράζοντας τό… τίποτα.  

Ὁ ὑπουργός καί ὁ στρατηγός

…Τά σύνορα ἀγκομαχοῦσαν ἀπό τίς πιέσεις τῶν ἐχθρῶν. Ἡ πείνα καθόταν στήν κεντρική θέση στό τραπέζι τῶν φτωχῶν …Ἡ φορολογία ἀβάστακτη στίς πλάτες τῶν κατοίκων…Ὁ βασιλιάς ἀναπαυτικά ἐνθρονισμένος…Πῶς νά νιώσει τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων ὅταν τό χάδι τοῦ ἐγωισμοῦ εἶναι δυνατό ἀναισθητικό πού μουδιάζει, ἀπονευρώνει, ἀναισθητοποιεῖ;…Ἄν δέν σπάσεις μέ δυνατή γροθιά αὐτόν τόν καθρέφτη τῆς πλάνης, δέν θά δεῖς ποτέ τήν ἀλήθεια. Φοβᾶσαι μήπως πονέσει τό εἴδωλό σου; …Ἐάν θελήσεις νά κομματιάσεις τό αὐτοείδωλο, τότε μόνο ἡ ἀλήθεια θά ἀναστήσει τό πραγματικό σου πρόσωπο. Πολλές φορές καθρέφτης γίνεται ἡ τηλεόραση ἤ ἡ ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ, ὅταν τροφοδοτεῖ τά πάθη σου, ἐνισχύει τόν ἐγωισμό σου, σέ καθηλώνει σέ μια αἰχμαλωσία ἑνός κόσμου πού ἀπέχει ἀπό τήν ἀλήθεια.
Ἡ αὐτοῦ μεγαλειότητα θαύμαζε μπροστά στόν καθρέφτη τήν ἀνύπαρκτη στολή τοῦ ὁλόγυμνος, ὅταν ἀπορημένοι οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἀνήγγειλαν τήν παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ καί τοῦ στρατηγοῦ…Ἐκεῖνοι οἱ καημένοι προσπάθησαν νά σβήσουν, νά διώξουν κάθε ἔκπληξη, κάθε ἀπορία…Τί νά ἔκαναν; Νά εἰσπράξουν τόν τίτλο τοῦ ἡλίθιου ἤ νά ἀποδεχθοῦν τήν ἀναξιότητα γιά τή θέση πού κατεῖχαν; Πόσα σκοτεινά συμφέροντα κρύβονται πίσω ἀπό τόν ἔπαινο! Πόση ἀθλιότητα καλύπτεται κάτω ἀπό τήν κολακεῖα!...Δέν κατανόησε ὁ ὑπουργός, δέν αἰσθάνθηκε ὁ στρατηγός ὅτι ἡ κολακεῖα τους εἶχε συνθέσει τό ἄσμα τῆς ἀναξιότητάς τους.
Ὑπουργός εἶναι ἡ ψυχή σου. Εἶναι αὐτή πού πρέπει νά λειτουργεῖ τό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ὅταν σιωπᾶ στό ψέμα, ὅταν δέν ἀντιστέκεται στήν ἀδικία, ὅταν δέν ἀντιδρᾶ στό κακό, δέ βρίσκεται  μέσα στό ἔργο αὐτό. Εἶναι ἄνεργη καί γιά αὐτό ἀνενεργή.
Στρατηγός εἶναι ἡ διάνοια. Ὁ κυβερνήτης, ὅπως οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τή βάπτισαν. Στή σκληρή τοῦ ἐγωισμοῦ διαχείριση…διαστρέφεται, πωρώνεται, ἀποπροσανατολίζεται καί ἔτσι αὐτή ἡ δοσμένη ἀπό τό Θεό δυνατή πρός τόν ἄνθρωπο πυξίδα καταστρέφεται. Ψυχή καί διάνοια εἶναι ἡ ἱερή τῆς ζωῆς συμμαχία καί ὄχι τά τυφλωμένα…τοῦ ἐγωισμοῦ ὑποχείρια…

Ἡ αὐλαία τῆς τραγωδίας ἀνοίγει

…Ὁ ἐγωισμός ἀρχικά δουλεύει μέσα στά στενά ὅρια τῆς ὕπαρξής σου. Παραμυθιάζει τό μυαλό σου. Παραπλανᾶ τήν ψυχή σου. Ἔτσι σοῦ δημιουργεῖ τόν πόθο, τήν ἐπιθυμία νά δείξεις ἤ μᾶλλον νά ἀποδείξεις πόσο μοναδικός εἶσαι. Τό καλοθρεμμένο, τό ἰσχυροποιημένο «ἐγώ» δέν κρατιέται, δέν μαζεύεται, δέν παραμένει μέσα σέ σύνορα. Λαχταρᾶ νά κυνηγήσει, νά ὑποτάξει, νά κατακτήσει καί τίς ζωές τῶν ἄλλων. Ζητᾶ χειροκροτητές. Διψᾶ γιά θαυμαστές. Λαχταρᾶ ὀπαδούς. Ἐπιθυμεῖ ὑποτακτικούς. Ἡ ζωή τῶν ἄλλων γίνεται ἡ καλύτερη τροφή του. Ἔτσι ὁ ἐγωισμός, ἱκανοποιημένος ἀπό τό ἔκτρωμα τῶν χειρῶν του, ἀνοίγει αὐλαία. Παρουσιάζει ὄχι τήν μοναδικότητα πού πιστεύεις ἀλλά τήν τραγικότητα πού εἶσαι…
Ἡ μεγάλη στιγμή ἔφτασε. Ἐμφανίζεται θεόγυμνος πάνω στό στολισμένο ἅρμα του. Ὁ ἐγωισμός ἀφοῦ πρῶτα σέ προβάλλει μετά σέ προσβάλλει. Τό θέαμα εἶναι τραγικό. Ὅλοι χειροκροτοῦν. Δέ μιλᾶ κανείς. Ἡ κραυγαλέα ἔνοχη σιωπή κυριαρχεῖ. Γιατί ἄλλωστε νά μιλήσεις;  Ἐσύ θά σώσεις τόν κόσμο, βρέ ἀδελφέ; …Συνηθισμένη ἡ εἰκόνα. Οἱ γυμνοί χειροκροτοῦν τόν θεόγυμνο. Οἱ φτωχοί ἐπευφημοῦν τόν πάμφτωχο.
Ἡ φωνή τῆς καθαρότητας

…Ξαφνικά ὅλα ἀνατρέπονται. Μιά ἰσχνή παιδική φωνή. Μιά δυνατή καθαρή πνοή. Ἔνας ἰσχυρός ἄνεμος μέσα ἀπό τόν ἀσκό τῆς καθαρότητας, ἀπωθεῖ τήν πνιγηρή, ἀρρωστημένη ἀτμόσφαιρα.
-Ὁ βασιλιᾶς εἶναι γυμνός! Ὁ βασιλιᾶς εἶναι γυμνός!
Ὁ καθρέφτης θρυμματίζεται. Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώνεται. Τό ψέμα φιμώνεται. Ἡ πλάνη τοῦ ἐγωισμοῦ ἀποκαλύπτεται. Μιά τέτοια φωνή χρειάζεσαι. Κάτι καθαρό νά ἐπαναστατήσει. Κάτι ἁγνό νά φωνάξει. Κάτι ἀνόθευτο νά ἀντιδράσει. Κάτι ἀθῶο νά ἐξεγερθεῖ. Στήν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος τόν δρόμο τῆς νήψης καί τῆς κάθαρσης ἀκολουθεῖ. Ἔτσι δημιουργοῦνται οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀντίστασης στόν ἐγωισμό. Καλλιεργεῖς τήν ταπείνωση. Βλέπεις τήν γυμνότητα σου. Κατεβαίνεις ἀπό τό ἅρμα. Ἀνεβαίνεις στόν Σταυρό. Νεκρώνεις τόν ἐγωισμό. Ντύνεσαι τόν Χριστό…

--------------------------------------------------------------------------------

Το παραμύθι κι η παραβολή – του π. Βασίλειου Χριστοδούλου

Πηγή:  https://frear.gr/?p=19091
Σχόλιο στό βιβλίο
Τό παραμύθι σου ἄνοιξε
τοῦ π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου
ἐκδ.: ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ
Εἰκονίζουμε τόν Χριστό ὡς «ὁ Φωτοδότης», «ὁ Μέγας Ἀρχιερέας», «ὁ Παντοκράτωρ», «ὁ Ζωοδότης», «ὁ Νυμφίος», «ὁ Ἑλκόμενος», καί μέ τόσους ἄλλους τρόπους· καί ὅλοι αὐτοί προσδιοριστικοί εἴτε τῆς Θεϊκῆς Του δύναμης εἴτε τῆς κενωτικῆς Του «ἀδυναμίας». Θά ἤθελα μία ἀπεικόνιση (τήν ἔχω ἤδη μέσα στό μυαλό μου) πού θά ἀνταποκρίνεται περισσότερο στό ἐνδιάμεσο τῶν δύο αὐτῶν ἄκρων, κάπως πιό παραμυθητική, περισσότερο καθημερινή, πού νά μήν ἔχει –γιά τά δικά μας ἀνθρώπινα μέτρα, οὔτε ἄφταστη δόξα ἀλλ’ οὔτε καί ἀνείπωτο πόνο. Μήν ξαφνιαστεῖτε! Θά ἤθελα μία ἀπεικόνιση: Χριστός «ὁ Παραμυθᾶς»!
Προσέξτε! Ὄχι ὁ Χριστός νά μᾶς παραμυθιάζει, ἀλλ’ ὁ Χριστός νά μᾶς λέει συγκλονιστικές ἀλήθειες γιά ’Κεῖνον, γιά ’μᾶς καί τή Βασιλεία Του στή γλώσσα καί μέ τόν τρόπο πού θά μπορούσαμε νά τίς κατανοήσουμε ‒καλύτερα μᾶλλον νά τίς ὑποψιαστοῦμε‒ στή γλώσσα δηλαδή τῆς παραβολῆς (τοῦ παραμυθιοῦ).


Τό παραμύθι εἶναι μία μυθολογική διήγηση τῆς ὁποίας τά πρόσωπα πού πρωταγωνιστοῦν δέν εἶναι ὑπαρκτά, δέν ἔχουν ἱστορική σήμανση, οὔτε ὅμως καί τά γεγονότα πού περιγράφονται ἀπηχοῦν ἱστορικά συμβάντα. Πίσω ὅμως ἀπό τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τοῦ μύθου παίρνει σάρκα καί ὀστά μία ἤ πολλές ἀλήθειες, οἱ ὁποίες, ἄν διατυπώνονταν μέ τόν τρόπο τῆς λογικῆς ἐξήγησης, τοῦ φιλοσοφικοῦ καί τεκμηριωμένου λόγου, δέν θά γίνονταν ἀπό τούς περισσότερους κατανοητές ἤ ἀκόμα χειρότερα θά γίνονταν ἀνιαρές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αὐτοῦ πού λέμε εἶναι τό παγκόσμια γνωστό ἀριστούργημα τοῦ Γάλλου συγγραφέα Ἀντουάν ντέ Σαίντ-Ἐξυπερύ Ὁ Μικρός Πρίγκιπας. Τά πρόσωπα, οἱ πλανῆτες, ἡ ἀλεπού τοῦ μύθου δέν εἶναι πρόσωπα ὑπαρκτά· οἱ ἀλήθειες ὅμως πού ὁ συγκεκριμένος μύθος κομίζει εἶναι τόσο συγκλονιστικές καί διαιώνιες πού συνεχίζουν μέσα στά χρόνια νά ἐκπλήσσουν καί νά τροφοδοτοῦν τούς ἀνθρώπους. Ἐάν προσπαθούσαμε π.χ. τό περιεχόμενο τοῦ περίφημου διαλόγου τῆς ἀλεποῦς μέ τόν Μικρό Πρίγκιπα νά τό ἐντάξουμε μέσα σέ μία δομημένη ὁμιλία ἐπιχειρημάτων, στέρεης ἀνάπτυξης καί τεκμηριωμένων συμπερασμάτων, ἴσως καί νά προκαλούσαμε τό χασμουρητό.



Ὑπάρχουν ὅμως καί ἐκεῖνες οἱ ἀλήθειες πού ὑπερβαίνουν τή δυνατότητα λογικῆς τεκμηρίωσης, πού δέν μποροῦν νά κατανοηθοῦν μέ τή νοητική διεργασία τοῦ ἀνθρώπου, πού κομίζουν μία πραγματικότητα ὑπερβατική, ἀνυπότακτη σέ ὁποιαδήποτε προσπάθεια λεκτικῆς ἐκφορᾶς καί συμμόρφωσής της. Γι’ αὐτές τίς ἀλήθειες ὑπάρχει μία ἄλλη μορφή μυθολογικῆς-εἰκονολογικῆς διήγησης, εἶναι ἡ «παραβολή»· ὁ κατ’ ἐξοχήν τρόπος διδασκαλίας πού χρησιμοποίησε ὁ Χριστός.
Φοβόμαστε τήν «παραβολή» νά τήν ὀνοματίσουμε «παραμύθι», γιατί καί τό παραμύθι τό ἔχουμε ἀδικήσει διαβάζοντάς το μέ λανθασμένο τρόπο. Δέν ἔχουμε μυηθεῖ στή «λογική» του ὥστε νά τό καταλάβουμε, παραμένοντας μόνο στήν ἐπιφάνεια τοῦ μύθου (ὅτι δηλαδή τά πρόσωπα καί τά γεγονότα πού παρουσιάζονται δέν εἶναι πραγματικά) καί ἔτσι τό συμπέρασμα πού βγάζουμε εἶναι πώς ὅ,τι περιέχεται σέ μιά διήγηση παραμυθιοῦ εἶναι ψέματα [1]. Ἄρα τήν παραβολή δέν μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε παραμύθι, ἀφοῦ ὁ Χριστός δέν εἶναι ποτέ δυνατόν νά λέει ψέματα (νά μᾶς παραμυθιάζει). Ἄν ὄμως μπορούσαμε νά μυηθοῦμε στή «λογική» τοῦ παραμυθιοῦ καί μέσα ἀπό τόν λιτό, ἐκφραστικό τρόπο καί τήν εἰκονολογική του γλώσσα καταδυόμασταν στό βάθος του, θά μᾶς ἀποκαλύπτονταν λαλίστατες ἀλήθειες πού θά φλυαροῦσαν στή καρδιά, ἐνῶ λογική καί στόμα τραυλίζοντας θά προσπαθούσαν νά τίς ψελλίσουν. Θά αἰσθανόμασταν πώς τό ὑπέδαφος τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ἡ παραμυθία. Εἶναι τό μελτέμι πού φυσᾶ ἀπό μιά θάλασσα εὐρυχωρίας πάνω σέ στενεμένους ἀπό τή λογική καί τίς ὑποχρεώσεις της ἀνθρώπους.
Δέν ὑπάρχει ὁ πατέρας καί οἱ δυό γιοί στήν παραβολή τοῦ ἀσώτου (ὡς ἱστορικά πρόσωπα)· ἀλληγορεῖται ὁ Πατέρας Θεός καί ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο (Λκ. ιε΄ 11-32). Αὐτό πού ὑπάρχει ὅμως ὡς συνταρακτική ἀλήθεια πίσω ἀπό τή διήγηση τήν γεμάτη εἰκόνες, εἶναι ἡ ἀμετανόητη Πατρική Ἀγάπη καί ἡ ἀδιανόητη τρέλλα τοῦ ἀνθρώπου συνεχῶς καί μέ πολλούς τρόπους νά τήν πληγώνει (καί τόσα ἄλλα), γιά τά ὁποῖα θέλεις νά μιλήσεις, ἀλλά δέν ὑπάρχουν λέξεις διαθέσιμες νά τά χωρέσουν. Δέν ὑπάρχει γλώσσα ἱκανή νά τά περιχωρήσει καί ἀτόφια νά τά μεταφέρει.
Δέν ὑπάρχει τό ἀμπέλι, οὔτε ὁ ἰδιοκτήτης του, οὔτε φυσικά οἱ μισθωτές γεωργοί καί οἱ ὑπηρέτες τοῦ ἰδιοκτήτη καί ὁ γιός του πού ἀποστέλλονται γιά νά εἰσπράξουν τούς καρπούς (Μτθ. κα΄ 33-44/Μρκ. ιβ΄ 1-12). Δέν ὑπάρχει ὁ βασιλιάς καί ὁ γιός του πού παντρεύεται, οὔτε βέβαια καί οἱ προσκεκλημένοι πού γιά λόγους βιοτικῆς μέριμνας ἀρνοῦνται τελικά τή συμμετοχή τους στό γαμήλιο δεῖπνο (Λκ. ιδ΄ 16-24). Ὅλα αὐτά εἶναι τά σημαίνοντα τοῦ μύθου. Ὑπάρχει ὅμως ἡ Βασιλεία, ἡ σημαινόμενη ἀλήθεια! Μία πραγματικότητα πού ὑπερβαίνει τή δυνατότητα ἀκριβοῦς διατύπωσης καί τό μόνο πού μπορεῖ νά δοθεῖ εἶναι ἡ ὀσφραντική ὑποψία της μέσα ἀπό τήν ἀλληγορία. Μέσα ἀπό μία εἰκονολογική διήγηση μέ τοπία καί σκηνές τῆς καθημερινότητάς μας ὁ Χριστός μεταφέρει ἕναν «ἦχο καθαρό ἑορταζόντων», τή γεύση μιᾶς χαρᾶς καί ἑνός πανηγυριοῦ γιά τά ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐμπειρία, γι’ αὐτό καί δέν μπορεῖ λογικά νά τά ἑρμηνεύσει, ἀλλά πού μπορεῖ ὅμως νά τά προγευτεῖ ἀντιστοιχώντας τα μέ χαρές, κόπο καί εὐθύνη τῆς ἐδῶ ζωῆς του.


Ἡ μόνη λοιπόν διαφορά τῆς παραβολῆς μέ τό παραμύθι εἶναι πώς ἡ παραβολή μεταφέρει μία ἀλήθεια πού ὄχι μόνο ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει ἀλλά καί πού ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια δέν μπορεῖ σέ ὅλο της τό πλάτος καί τήν ἔκταση μέ τή γλώσσα καί τή λογική αὐτοῦ τοῦ κόσμου νά διατυπωθεῖ.
Τό παραμύθι καί ἡ παραβολή εἶναι μία ἐκλαϊκευμένη μορφή ποίησης. Ὅπως ἡ Ποίηση μέ τό ἐλάχιστο τῆς διατύπωσης κομίζει τό μέγιστο τῆς μετοχῆς, ἔτσι καί ἡ παραβολή καί τό παραμύθι μέ τό ἁπλοϊκό τοῦ τρόπου καί τήν γλώσσα τῆς εἰκόνας μιλοῦν γιά γεγονότα ἀνήκουστα, ἀνείπωτα καί ἀφανέρωτα, ἀλλά καί γιά ἀλήθειες πού, ἄν προσπαθούσες τόν πυρῆνα τῆς κατανόησής τους νά σπάσεις μέ ἐργαλεῖο τή λογική, θά προκαλούσες ὄλεθρο πυρηνικό.


Ὁ Ἐλύτης τό γνώρισε· ἰχνηλάτησε αὐτή τή πορεία καί φθάνοντας στό τέλος της μᾶς βεβαιώνει πώς «ἀπό τό ἐλάχιστο φτάνεις πιό σύντομα ὁπουδήποτε». Γιά χιλιομετρικές ἀποστάσεις αἰώνων φωτός μιλοῦσε ὁ Χριστός καί ἡ παραβολή μεταφράζοντας συντόμευε τήν ἀπόσταση, φθάνοντας τούς ἀνθρώπους ἔξω ἀπό τό παραθύρι Της, ὅπου τό Πνεῦμα εἶχε φροντίσει ἀνοικτό νά τό κρατεῖ, ἑνῶ ὁ Πατέρας ἀπό μέσα …μαγείρευε!
«Ὁ παραμυθᾶς» λοιπόν εἶναι μία ἔννοια ταυτισμένη στήν ἐμπειρία τοῦ ἐνήλικα μέ τόν ὁρισμό τοῦ «ψευταρᾶ», ἐνῶ στήν ἐμπειρία τοῦ παιδιοῦ μέ τήν τρυφερή εἰκόνα τοῦ παπποῦ ἤ τῆς γιαγιᾶς· ἡ ἀγκαλιά τῶν ὁποίων ἄνοιγε καί κουρνιάζοντας ἐκεῖ ἐμεῖς, προφυλαγμένοι ἀπό τήν κακοκαιρία μιᾶς σκληρῆς πραγματικότητας πού λογικά καί μέ ἐπιχειρήματα τόν οὐρανό ἀρνούνταν, μᾶς ἔκανε νά ὀνειρευόμαστε καί νά ταξιδεύουμε στόν κόσμο τῆς ἀλήθειας, πού οἱ μεγάλοι ἐπέμεναν ἀνύπαρκτο νά τόν κηρύσσουν.
Κάπως ἔτσι λοιπόν φαντάζομαι τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παραμυθᾶ, μ’ ἀνοιχτή τήν ἀγκάλη καί σηκωμένη τήν ἄγκυρα νά περιχωρεῖ ὅλα τά παιδιά (τά μικρά καί τά μεγάλα), νά τούς μιλᾶ παραβολικά, δίνοντας ἔμφαση ὄχι σέ νουθεσίες εὐθύγραμμης πορείας ἀλλά στό λανθάνον περιεχόμενο τῆς εὐαισθησίας πού ἐγκυμονεῖ τό μέλλον. Γύρω του Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, ρήτορες καί διανοούμενοι τῆς κάθε ἐποχῆς σκωπτικά νά μειδιοῦν, «μήπως πίστεψε σ’ αὐτόν κανένα μέλος τοῦ συνεδρίου ἤ κανείς ἀπό τούς Φαρισαίους; Μόνον αὐτός ὁ ὄχλος πιστεύει, πού δέν ξέρουν τό νόμο τοῦ Μωϋσῆ καί γι’ αὐτό εἶναι καταραμένοι» (Ἰω. ζ΄ 48,49).
Τά παραμύθια ‒ὅσο παράξενο καί νά σᾶς ἀκουστεῖ‒ δέν εἶναι γιά τούς μικρούς, εἶναι γιά τούς μεγάλους! Ἤ γιά νά τό διατυπώσω πληρέστερα εἶναι καί γιά τούς δύο καί ὁ καθένας παίρνει τό κομμάτι του. Οἱ μικροί παίρνουν τήν εἰκόνα παραμένοντας στά σημαίνοντα, ἐνῶ οἱ μεγάλοι εἰσπράττουν τήν οὐσία κυνηγώντας τά σημαινόμενα. Εἶναι σάν τή θάλασσα πού ὅλοι μποροῦν νά τή χαροῦν, καί τά παιδιά καί οἱ ἐνήλικες. Μόνο πού τά παιδιά θά πλατσουρίζουν στίς ὄχθες της, ἐνῶ οἱ μεγάλοι θά ἀποδιδράσκουν σέ καταδύσεις.


Ἡ εἰκόνα λοιπόν τοῦ Χριστοῦ Παραμυθᾶ ζωντάνεψε μέσα μου καθώς ἔπεσε στά χέρια μου ἕνα βιβλίο πού τόλμησε νά ἀσχοληθεῖ σοβαρά μέ τό «ἀστεῖο», νά θεολογήσει παραμυθητικά, ν’ ἀφήσει ἐπιτέλους τήν ἀκτή τοῦ μύθου καί νά ξανοιχθεῖ στό πέλαγος τῆς ἀλήθειας. Ἕνα βιβλίο πού εἰκονογραφεῖ τόν Χριστό Παραμυθᾶ, νά λέει ὅμως τίς παραβολές ἀντεστραμμένες, ξεκινώντας ἀπό τό βάθος τους κι ὄχι ἀπ’ τήν ἐπιφάνειά τους.
Εἶναι ἕνα βιβλίο ἐξαιρετικά πρωτότυπο (τουλάχιστον ἐγώ δέν ἔχω διαβάσει κάτι παρόμοιο ποτέ, οὔτε καί γνωρίζω στήν ἑλληνική βιβλιογραφία νά ἔχει ὑπάρξει κάτι ἀντίστοιχό του) πού ξαναδιαβάζει πέντε ἀπό τά πιό γνωστά σέ ὅλους μας παραμύθια μέ τρόπο θεολογικό.
Εἶναι τό βιβλίο ἑνός πολύ σεμνοῦ καί ἀθόρυβα οὐσιαστικοῦ ἱερέα, τοῦ π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου μέ τίτλο Τό παραμύθι σου ἄνοιξε, μέ ὑπότιτλο: ἀπό τά παραμύθια τοῦ χθές στήν ἀλήθεια τοῦ σήμερα!, ἀπό τίς ἐκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ.
Ἕνα βιβλίο στό σχῆμα καί τό μέγεθος φωτογραφικοῦ λευκώματος. Καθόλου τυχαῖα βέβαια, ἀφοῦ τό βιβλίο μιλώντας γιά παραμύθια σέ ταξίδι σέ προσκαλεῖ, ἐνῶ τό κοσμοῦν ἐσωτερικά πολύ ὄμορφες φωτογραφίες καλλιτεχνικά ἐπεξεργασμένες καί ὅλες στό ἀσπρόμαυρο μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς.
Τό ἐξώφυλλο, ἀσπρόμαυρο κι αὐτό, μᾶς ξανοίγει σέ πορεία πρός τό δάσος. Τό δάσος συνειρμικά μᾶς πηγαίνει σ’ ἕνα ἀπό τά παραμύθια μέ τά ὁποῖα ἀσχολεῖται τό βιβλίο, ἐκεῖνο τῆς «Κοκκινοσκουφίτσας», ὅπου γιά τόν π. Σπυρίδωνα «τό δάσος μοιάζει μέ τή ζωή. Ὅταν τό βλέπεις ἀπό μακριά, μόνο τήν ὀμορφιά του ἀντικρίζεις. Μέσα σ’ αὐτή τήν ὡραιότητα κρύβονται κίνδυνοι, κόποι, ἐμπόδια, ἀπογοητεύσεις, ἀποτυχίες, πτώσεις. Ἀπ’ ἔξω ὅλα εὔκολα, ὅλα ὄμορφα, ὅλα ἰδανικά φαντάζουν. Ὅταν πρωτοπατήσεις στό μονοπάτι τοῦ δάσους τῆς ζωῆς, διαπιστώνεις ὅτι δέν εἶναι μιά εὐθεία. Βράχια, χαράδρες, ἀπότομες πλαγιές, δέντρα, θάμνοι, τήν πορεία καθορίζουν. Ἀπαραίτητη ἡ προσοχή πού ξέρει νά ἐλίσσεται» (σ. 114). Γιά ὅλα αὐτά τά χαρακτηριστικά πού ἀποτελοῦν τή μορφολογία τῆς ζωῆς θά μᾶς μιλήσει ὁ συγγραφέας, ἀναλύοντας τήν Σταχτοπούτα, τά τρία γουρουνάκια, τήν Κοκκινοσκουφίτσα, τό ἀσχημόπαπο καί τήν στολή τοῦ αὐτοκράτορα.
Ὁ στοχευμένος κόκκινος χρωματισμός μόνο ἑνός σημείου στό ἀσπρόμαυρο ἐξώφυλλο δέν εἶναι κι αὐτός τυχαῖος· «Τό κόκκινο χρῶμα εἶναι ἔντονο. Ἡ ὅραση τό διακρίνει καί τό στοχεύει ὅταν βρίσκεται μέσα στό ὀπτικό της πεδίο. Ἔντονο, δυναμικό, πολύτιμο, ἀνεπανάληπτο καί τό δῶρο τῆς ζωῆς…Ἐάν δέν στοχεύσεις, ὅπως τό βλέμμα στό ἔντονο χρῶμα, στή ζωή πού σοῦ δόθηκε, θά ἀστοχήσεις, δηλαδή πραγματικά θά ἁμαρτήσεις» (σ. 106).
Σ’ αὐτή τή ζωή πού μᾶς δόθηκε καί στή σπουδαιότητά της στοχεύει ἡ θεολογική ἀνάλυση τῶν πέντε αὐτῶν παραμυθιῶν. Ποιός θά τό φανταζόταν πώς θά μπορούσαμε μέ βάση τό παραμύθι τῆς Σταχτοπούτας (τοῦ ὁποῖου ἡ ἀνάλυση εἶναι καί ἡ ἐκτενέστερη στό βιβλίο) νά μιλήσουμε γιά τήν ἀξία τῶν δυσκολιῶν καί δοκιμασιῶν τοῦ βίου, γιά τήν ὑπομονή καί τήν ταπείνωση, για τήν πίστη καί τίς ἀνατροπές πού ἡ ζωή μᾶς ἐπιφυλάσσει μέ κυριότερη ἀπ’ ὅλες τόν θάνατο προσώπου ἀγαπημένου· γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀρετή τῆς διάκρισης, γιά τήν Ἐκκλησία ὡς μητέρα καί ὄχι ὡς μητριά.

Στήν ἀνάλυση τοῦ παραμυθιοῦ τῆς Σταχτοπούτας εἶναι που ὁ συγγραφέας ἀφιερώνει μία ἔξοχη προσέγγιση στίς ἔννοιες τῆς «εὐκαιρίας» καί «εὐκολίας». Στήν εὐκαιρία συναντᾶ τήν δύναμη τῆς ἀλλαγῆς στή ζωή, τῆς ἀνανέωσης, τοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ, ἐνῶ στήν εὐκολία τήν ἄρση τοῦ κόπου, τοῦ μόχθου, τῆς διάθεσης γιά ἀλλαγή πορείας. «Ἡ εὐκαιρία εἶναι ὑποστολή τῆς σημαίας τῶν συνηθισμένων πραγμάτων στόν οὐρανό τοῦ χρόνου σου. Γίνεται κατεύθυνση. Ἀφετηρία τῆς ἀλλαγῆς. Ἄλλος ἀέρας στούς πνεύμονες τῆς ζωῆς… Εὐκαιρία καί εὐκολία μπορεῖ νά ἔχουν τά τρία πρῶτα γράμματα κοινά, ἀλλά δέν ἔχουν τόν ἴδιο τόπο διαμονῆς… Ἡ εὐκολία δέν ἐπιθυμεῖ ἐργασία στόν ἀγρό τῆς εὐκαιρίας… Ἔτσι ἡ εὐκαιρία προτιμᾶ τή δυσκολία πού τή δέχεται ὅπως εἶναι» (σ. 49).
Τίς αναλύσεις τῶν παραμυθιῶν συντροφεύουν εὔστοχα ἐπιλεγμένες διηγήσεις ἀπό τό Γεροντικό, ἀπό τή ζωή σύγχρονων Γερόντων, ἁγίων, λαϊκῶν καί μοναχῶν.
Ὁ τρόπος γραφῆς τοῦ βιβλίου διευκολύνει τόν σύγχρονο νεοέλληνα, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δέν εἶναι ἐξοικειωμένος μέ τήν φιλαναγνωσία καί γι’ αὐτό δέν μπορεῖ τά μακρόσυρτα νοήματα καί τίς ἀχανεῖς προτάσεις. Μικρές, σύντομες προτάσεις εἶναι ὁ τρόπος γραφῆς τοῦ π. Σπυρίδωνα, πού ὅμως οἱ προτάσεις αὐτές ἔχουν τό βάρος ἑνός ὁλόκληρου κεφαλαίου. Κάτι σάν τό παραμύθι, πού στό ἐλάχιστο τῆς διήγησης ἐγκιβωτίζει πλῆθος ἀληθειῶν. Ὁ τρόπος γραφῆς τοῦ βιβλίου εἶναι παραμυθένιος· γεμάτος εἰκόνες καί παρομοιώσεις δίνει τήν αἴσθηση ἑνός ἀκόμα παραμυθιοῦ. Διαβάζοντας τό βιβλίο δέν αἰσθάνεσαι κάποιον νά σέ διδάσκει, νά σέ νουθετεῖ, νά σέ γεμίζει μέ γνώσεις, ἀλλά κάποιον πού σ’ ἔχει ἀγκαλιάσει καί μέ «μιά φορά κι ἕναν καιρό» σέ ταξιδεύει.
Παραμένοντας στό παραμύθι τῆς Σταχτοπούτας, θά ἤθελα νά ἐπισημάνω τήν ἐξαιρετική κατά τή γνώμη μου προσέγγιση τῆς ἔννοιας τῆς μοναξιᾶς, ἡ ὁποία «μπορεῖ νά γίνει καί ἀναπνοή καί καταστροφή» (σ. 61). Ἡ μοναξιά, παγκόσμιος φόβος τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου ἀλλά ταυτόχρονα καί δείκτης ὡρίμανσής του, ἀνατέμνεται τόσο εὔστοχα καί οὐσιαστικά ἀπό τόν συγγραφέα σέ μόλις δυόμιση σελίδες.
Πλῆθος νοημάτων καί καίριων ἐπισημάνσεων γιά τή ζωή καί τήν καθημερινότητά μας ἐμπεριέχονται καί στίς ἀναλύσεις τῶν ἑπόμενων τεσσάρων παραμυθιῶν μέ ἀμείωτο τό ἐνδιαφέρον τῆς ἀνάγνωσης καί ἀδιάπτωτη τήν ἔκπληξη ἀπό τίς θεολογικές διαπιστώσεις.
Νομίζω πώς τό βιβλίο τοῦ π. Σπυρίδωνα εἶναι ὁ τύπος τοῦ βιβλίου πού σήμερα χρειαζόμαστε. Καθόλου τυχαῖα ἡ διαπίστωση πώς τήν τελευταῖα κυρίως πενταετία πολλά βιβλία μέ σταχυολογημένη καί συνοπτικά ἀποτυπωμένη τή σκέψη καί τή διδασκαλία μεγάλων φιλοσόφων καί στοχαστῶν, σχετικά μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας, τῆς ἀντιμετώπισης τῶν προβλημάτων της, τήν ὑπερκέραση των δυσκολιῶν κ.ἄ. βρίσκουν ἔνθερμη ἀνταπόκριση ἀπό τό ἀναγνωστικό κοινό. Χρειαζόμαστε καί ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί βιβλία μέ λόγο σύγχρονο καί θεολογικά εὐφυῆ, σωστά διατυπωμένο, ἀσχολούμενο ὄχι μέ τή νοερά προσευχή καί τίς Θεοπτικές ἐμπειρίες, ἀλλά μέ ὅλα ἐκεῖνα τά θέματα πού ταλανίζουν τόν καθημερινό ἄνθρωπο και ἐνώπιον τῶν ὁποίων καθημερινά παρίσταται, τήν ταραχή, τό ἄγχος, τόν θάνατο, τήν μοναξιά, τίς προβληματικές οἰκογενειακές σχέσεις, τά προσωπεῖα καί τήν ὑποκρισία, τή λατρεία τοῦ «φαίνεσθαι» καί ὄχι τήν κατάφαση στό «εἶναι», τήν ὑπερηφάνεια καί τήν ταπείνωση, τήν ἐπιμονή καί ὑπομονή.
Ἀποτελεῖ μεγάλη ἐλπίδα νά συναντᾶς ἕναν ἱερέα πού ἀσχολεῖται μέ παραμύθια. Ἀποτελεῖ μεγάλη ἐλπίδα νά συναντᾶς λόγο ἱερατικό, ἰσορροπημένο· λόγο πού νά στοχεύει κατευθείαν στή καρδιά, λόγο πού νά μή σέ ξυλοφορτώνει, νά μήν σέ ἀπολιθώνει, νά μήν σοῦ βγάζει χασμουρητά. Εἶναι μεγάλη παρηγοριά σέ ἐποχές ἀπαράκλητες καί ἀπαρηγόρητες νά γράφονται βιβλία παραμυθητικά. Βιβλία πού σκάβουν τόν μύθο γιά νά βρουν τήν Πραγματικότητα. Εἶναι εἰλικρινά ἐλπιδοφόρο νά σοῦ μιλοῦν γιά τόν Χριστό ἐνῶ σέ ἀγκαλιάζουν καί ὄχι ἐνῶ σέ ἐπιτιμοῦν. Νά σοῦ μιλοῦν γιά Κεῖνον ὅπως Ἐκεῖνος, στό ἴδιο ἐπίπεδο μαζί σου καί ὄχι κοιτώντας σε ἀπό ψηλά.
Ὄντως λοιπόν «τό παραμύθι μας ἄνοιξε» καί σ’ αὐτό βοήθησε ὁ π. Σπυρίδων. Διεμβόλησε τήν ἐπιφάνειά του καί μᾶς ἄνοιξε πορείες ἄλλες στή κατανόηση τῆς ζωῆς. Σέ καιρό θέρους μᾶς θύμησε πώς κάτω ἀπό τόν μύθο τῆς ἐνηλικίωσής μας ἡ ἀλήθειά μας εἶναι πώς παραμένουμε παιδιά· «παιδικότητα, ἡ ἐπίγεια βάση ἐκτόξευσης τῆς ὕπαρξης στήν οὐράνια πατρίδα» (σ. 16), καί μέ τήν ἀλήθεια αὐτή νά μποῦμε στόν Παράδεισο.
Μᾶς πρόσφερε ἕνα ὑπέροχο καλοκαιρινό ἀνάγνωσμα καί μᾶς ἄφησε νά ταξιδέψουμε μέσα σέ μιά ἀγκαλιά…
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Ἡ ἐννοιολογική βέβαια ἀπόσταση μεταξύ μύθου καί ψέματος εἶναι χαοτική. Μύθος εἶναι ἡ διατύπωση τῆς ἀλήθειας μέ διήγηση φανταστική, ἐνῶ ψέμα εἶναι ἡ διαστρέβλωση καί δολοφονία τῆς ἀλήθειας μέ τρόπο ἀληθοφανῆ.



κοπή τῆς βασιλόπιτας






 Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Σᾶς εὐχόμαστε φωτισμένη καί καλή χρονιά καί σᾶς προσκαλοῦμε στήν κοπή τῆς βασιλόπιτάς μας  τήν Παρασκευή 31/01/2020 στίς 18:00 στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας.

Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.



Roger Scruton «Γιατί ἡ ὀμορφιά ἔχει σημασία»



Roger Scruton

«Γιατί  ἡ ὀμορφιά ἔχει σημασία»

https://www.youtube.com/watch?v=W5tuGjzXJ9k


------------------------------------


Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ


Στά πλαίσια τῶν παρουσιάσεων  τοῦ Ἐργαστηρίου Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»
τήν Παρασκευή 24/01/2020 στίς 18:00 στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας
 θά παρουσιαστεῖ τό συναρπαστικό ντοκιμαντέρ τοῦ Roger Scruton
«Γιατί  ἡ ὀμορφιά ἔχει σημασία»
γιά τή σημασία τοῦ  κάλλους στή ζωγραφική, στήν ἀρχιτεκτονική, στή μουσική, στήν τέχνη καί στή ζωή μας.

Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.


----------------------------------

Roger Scruton

«Γιατί  ἡ ὀμορφιά ἔχει σημασία»

https://www.youtube.com/watch?v=W5tuGjzXJ9k

 

Ὁ σύγχρονος φιλόσοφος Roger Scruton παρουσιάζει ἕνα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ γιά τήν σημασία τοῦ κάλλους στήν ζωγραφική, στήν αρχιτεκτονική, στή μουσική, στή τέχνη καί στήν ζωή μας ἀποκαθιστώντας τήν ὀμορφιά στήν παραδοσιακή θέση της, δηλαδή στό κέντρο τοῦ πολιτισμού μας.

Ἡ ταινία σκηνοθετήθηκε ἀπό τήν Louise Lockwood, γράφτηκε καί παρουσιάστηκε ἀπό τόν φιλόσοφο Roger Scruton. Εἶναι τό τρίτο μέρος τοῦ ἔργου Modern Beauty Season του BBC, μιά σειρά προγραμμάτων σχετικά μέ τό θέμα τῆς ὀμορφιάς καί τῆς νεωτερικότητας πού μεταδόθηκαν τόν Νοέμβριο καί τόν Δεκέμβριο τοῦ 2009.

------------------------------

Από τον δημιουργό τοῦ ντοκιμαντέρ και φιλόσοφο Roger Scruton

 



“Οι μεγάλοι καλλιτέχνες του παρελθόντος γνώριζαν ότι η ανθρώπινη ζωή είναι γεμάτη χάος και ταλαιπωρία, αλλά είχαν μια θεραπεία γι αυτό και το όνομα αυτής της θεραπείας ήταν ομορφιά. Το όμορφο έργο τέχνης φέρνει παρηγοριά στην θλίψη και επιβεβαίωση στην χαρά. Δείχνει ότι η ανθρώπινη ζωή αξίζει τον κόπο.

Όμως, πολλοί σύγχρονοι καλλιτέχνες έχουν γίνει επιφυλακτικοί ως προς αυτό το ιερό καθήκον. Πιστεύουν πως το χάος της σύγχρονης ζωής δεν μπορεί να λυτρωθεί από την τέχνη. Αντίθετα, θα πρέπει να επιδεικνύεται. Το πρότυπο τέθηκε πριν από περίπου έναν αιώνα από τον Γάλλο καλλιτέχνη Mάρσελ Ντάτσαμπ, ο οποίος υπέγραψε ένα ουρητήριο με την πλασματική υπογραφή R. Mutt και το εισήγαγε σε μια έκθεση.

Η χειρονομία του ήταν σατιρική και σχεδιάστηκε για να διακωμωδήσει τον χώρο της τέχνης και τους σνομπ που συμβαδίζουν με αυτόν. Αλλά έχει ερμηνευθεί και με άλλο τρόπο που δείχνει πως ο,τιδήποτε μπορεί να είναι τέχνη. Όπως ένα φως που ανάβει και σβήνει, ένα κουτί από περιττώματα ή ακόμη και ένας σωρός από τούβλα.

Η τέχνη δεν έχει πλέον ιερή θέση. Δεν μας εξυψώνει πλέον σε ένα υψηλότερο ηθικό ή πνευματικό επίπεδο. Είναι μόνο μια ανθρώπινη χειρονομία μεταξύ άλλων. Δεν έχει περισσότερο νόημα από ένα γέλιο ή μια κραυγή. Η τέχνη κάποτε ήταν η λατρεία της ομορφιάς. Σήμερα, είναι η λατρεία της ασχήμιας.

Δεδομένου ότι ο κόσμος είναι σε ταραχή, η τέχνη πρέπει να είναι και αυτή ενοχλητική και εκείνοι που αναζητούν ομορφιά στην τέχνη, είναι πια εκτός επαφής με την σύγχρονη πραγματικότητα. Η πρόθεση (της μοντέρνας τέχνης) είναι να μας σοκάρει αλλά αυτό που είναι συγκλονιστικό την πρώτη φορά καταντά βαρετό και κενό όταν επαναλαμβάνεται. Αυτό κάνει την τέχνη ένα περίπλοκο αστείο, αν και τώρα πια έχει πάψει να είναι αστείο. Ωστόσο, οι κριτικοί συνεχίζουν να την υποστηρίζουν και φοβούνται να πουν ότι ο αυτοκράτορας είναι γυμνός.”

ΠΗΓΗ: Facebook  Tilemachos Chormovitis (Αναδημοσίευση: antifono.gr Τι θα έγραφε ο φιλόσοφος Roger Scruton για την επίσκεψη Μητσοτάκη στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης; Από Roger Scruton- )

 Η ζωγραφική παράσταση που πλαισιώνει τη σελίδα (“Χωρίς τίτλο”, 1968) είναι έργο του, αμερικανού, Gy Twombly.

 

 

 


«Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ»




«Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ»






Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Τό Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»
 σᾶς προσκαλεῖ στή δημιουργική συντροφιά του.

Μέ εἰσηγητή τόν κ. Δημήτρη Κουτσούγερα καί θέμα:
«Ο ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ»
σᾶς περιμένουμε τήν  Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου  στίς 18:00
στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας. Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.





«ΕΥΒΟΕΙΣ: ΟΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ»




«ΕΥΒΟΕΙΣ: ΟΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ»


Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Τό Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»
 σᾶς προσκαλεῖ στή δημιουργική συντροφιά του.

Μέ εἰσηγητή τόν κ. Ἀλέξανδρο Καλέμη καί θέμα:
«ΕΥΒΟΕΙΣ: ΟΙ ΕΜΠΝΕΥΣΤΕΣ ΤΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ»
σᾶς περιμένουμε τήν  Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019 στίς 18:00
στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας. Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.


«ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ Κατάσταση περιορισμένης πραγματικότητας»




«ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας»


Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»





ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Μέ ἀφετηρία τό δοκίμιο τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ» θά  γίνει παρουσίαση καί συζήτηση μέ θέμα:
«ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας»
Σᾶς προσκαλοῦμε στήν στοχαστική συντροφιά μας
 τήν  Παρασκευή 18 Ὀκτωβρίου 2019 στίς 18:00
στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας.


------------------------------



ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας

 (ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ: «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ»)

Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα


«Ἀναμεσά μας πάντοτε ἕνας

Ἐκεῖνος πού μαθαίνει τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ».

                                                      Γ. Σαραντάρης

                                    

Μά στόν ἀντίποδα «ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας ... Αὐτή ἡ ἀφύσικη τοποθέτηση στούς ἀντίποδες μᾶς κάνει, λόγου χάρη, ἀντίθετα ἀκριβῶς μέ τά ὅσα διδάσκει ὁ Πλάτωνας στό εὐπρεπείας γραφῆς πέρι καί ἀπρεπείας ( Φαίδρος 274b), νά διατηροῦμε ὁρισμένες καταστάσεις πού μᾶς ἔχουν κάνει ἔξωθεν -ὅπως ἡ γραφή- οὐκ ἔσωθεν ἀναμιμνησκόμενους, καί μᾶς πορίζουν ὄχι ἀληθινή σοφία, ἀλλά τό ὀμοίωμά της, σοφίας δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν».

Ζ. Λορεντζάτος


Στήν παρούσα μελέτη παρουσιάζονται ἐπιλεγμένα ἀπόσπάσματα ἀπό τό πόνημα τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ» καί πιό συγκεκριμένα  ἕνα μέρος ἀπό τά σχόλια πού ἀφοροῦν τό «φιλοσοφικό» δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης», προκειμένου νά προσεγγίσουμε τά αἴτια τοῦ ὀντολογικοῦ ἀποπροσανατολισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἐποχῆς μας. Ἐνῶ γνωρίζουμε τό ποιητικό ἔργο τοῦ  Γ. Σαραντάρη, ἀγνοοῦμε τό δοκιμιακό του ἔργο, γεγονός τό ὁποῖο ὁ Ζήσιμος, ἰδιαίτερως γιά τό κείμενο τῆς Συμβολῆς, τό ἀποδίδει σέ δύο παράγοντες. Ὁ πρῶτος ἔχει νά κάνει μέ τήν ἀπιστία μας. «Τό κείμενο τοῦ Σαραντάρη τούς ξέφυγε. Μιλοῦσε γιά πολλά τῶν θείων. Ἀπιστίῃ τούς ξέφυγε». Ὁ δεύτερος ἔχει νά κάνει μέ τούς κριτικούς στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι «στάθηκαν ἀνίκανοι νά καταλάβουν» καθώς «ποτέ δέν βάζουν μέ τό νοῦ τους τήν περίπτωση πώς μπορεῖ αὐτοί νά ὑπολείπονται ἀπό ἕνα κείμενο». Ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὄχι μόνο δέν «ξέφυγε» -δόξα τῷ Θεῷ- τό κείμενο, ἀλλά τό ἀνάστησε  γιά ὅλους ἐμᾶς  ἡ βαθυστόχαστη προσωπικότητα του. Διαβάζουμε λοιπόν:


«Ἡ «Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης» δημοσιεύτηκε τό 1937 καί ἀποτελεῖται ἀπό τόν πρόλογο καί τρία κεφάλαια: Κεφ.Α «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καί τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης», Κεφ. Β «Ἡ πίστη» καί Κεφ. Γ «Ἡδονή καί πίστη». Σύνολο σελίδων τριάντα μία. Γιά ποιόν ὅμως λόγο ἀξίζει νά ἐνσκύψουμε στό δοκίμιο αὐτό;


«Νομίζω πώς ἡ σημερινή Ἑλλάδα μπορεῖ νά κρίνει τό λεγόμενο δυτικό πολιτισμό» διαβάζουμε σάν προμετωπίδα στόν πρόλογο τῆς Συμβολῆς. Ἡ σημερινή Ἑλλάδα «μπορεῖ καί πρέπει νά κρίνει τόν τέτοιο πολιτισμό»-τό δυτικό πολιτισμό-«ἄν θέλει νά σωθεῖ ἀπό τήν ἐπιρροή πού ἡ ἴδια ἡ Εὐρώπη ἐξάσκησε πάνω μας ἕναν ὁλάκερο αἰώνα» καί πρέπει νά προχωρήσει «μέ τήν ἀποκάλυψη τῶν σκοτεινῶν σημείων τῶν γηρασμένων Εὐρωπαίων. Προπάντων τίς ἀρρώστιες τους ἐκεῖνες πού μήτε οἱ ἴδιοι ὑποψιάζονται καί σχεδόν ποτέ δέν ἀναφέρουνε, χρειάζεται ἐμεῖς νά προσέξουμε». Καί μάλιστα, σέ ἕνα γράμμα σχετικό μέ τήν Συμβολή ὐπερτονίζει τήν ἀνάγκη αὐτή λέγοντας: «ἡ ἐποχή μας ἔχει ἱερή ὑποχρέωση νά κρίνει τό παρελθόν (καί, φυσικά, προπάντων τό εὐρωπαϊκό παρελθόν) καί ... ἄλλωστε δέ μπορεῖ νά ἀποφύγει τούτην τήν ὑποχρέωση, γιατί νιώθει πώς διαφορετικά ἔρχεται ὁ θάνατος...Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὀ θάνατος».


Σημειώνει ὁ Ζήσιμος «πώς λέει: νά κρίνει, δέ λέει νά κατακρίνει»  καί ἐξακολουθεῖ σχολιάζοντας: «Αὐτή εἶναι μιά πρώτη γενική ἀρχή, ἀλλά καί στάση ἀνεξάρτητου ἀνθρώπου, συνδεμένη...μέ τήν προσπάθεια νά βροῦμε –σωστότερα νά μή χάσομε- τό πνευματικό ἐμεῖς μας, καταπῶς ὀρμήνευε ὁ Μακρυγιάννης στά Ἀπομνημονεύματά του...Ἡ κρίση πρέπει νά γίνει τή φορά τούτη, ὄχι μονάχα μέ τή «φαντασία» (Περικλῆς Γιαννόπουλος) ἤ μέ τή «σκέψη» (Ἴων Δραγούμης), ἀλλά μέ τήν πνευματική «ὅσο πιό συγκεκριμένη (καί ἥσυχη) συνείδηση τῆς ἀνωτερότητάς μας», ὄχι τῆς ἀνωτερότητας  ἐμᾶς τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, γιατί ἀπό κανένα δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ἀνώτεροι, ἀλλά  τῆς ἀνωτερότητας τοῦ πνεύματος ἤ τῆς πνευματικῆς παράδοσης πού ἀκολουθήσαμε ἐμεῖς ἀπέναντι στό μή πνεῦμα, πολλές φορές, ἤ στίς δυτικές σχισματικές διακλαδώσεις (τοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικά, ἀφοῦ ἄλλη πνευματική παράδοση δέν ἀνάφανε, στίς περιοχές ὅπου ἀναφερόμαστε, ὕστερα ἀπό τό πέσιμο τοῦ ἀρχαίου κόσμου)...


Ὁ Σαραντάρης ὀνομάζει ἀκόμα τό 1937 φιλοσοφία-«ἡ φιλοσοφία μας»- ἐκεῖνο πού ἐμεῖς θά λέγαμε ὁδό (tao) ...δηλαδή ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), καί ὄχι φιλοσοφία μέ τή σημασία ἑνός φιλοσοφικοῦ συστήματος πού τό κατασκευάζει ἤ τό ἐπεξεργάζεται συστηματικά ὁποιοδήποτε ἄτομο, ὅπως ἔχουμε τή φιλοσοφία τοῦ Σπινόζα ἤ τή φιλοσοφία τοῦ Κάντ. Τό ἕνα εἶναι διανοητικό σύστημα τοῦ λογικοῦ μας, τό ἄλλο εἶναι ἀγρύπνια ἤ ξάνοιγμα τῶν ματιῶν μας –«τά μάτια τῆς ψυχῆς» (Σολωμός)- στόν προορισμό τῆς ζωῆς...


Ἡ Συμβολή, λοιπόν, σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης σημαίνει συμβολή ἤ βοήθημα στό δρόμο πού ὁδηγάει στήν ἀλήθεια,... ἐκείνη πού μᾶς ἀπευθύνεται στό πρῶτο πρόσωπο μέσα ἀπό τίς παραβολές τῆς παράδοσης: Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια, τίποτα λιγότερο καί τίποτα περισσότερο.


Μονάχα ἡ πραγματικότητα αὐτή ὑπάρχει. Τά ἄλλα ὅλα -ὅσα ἐμεῖς νομίζουμε ἤ συνήθως ὀνομάζουμε πραγματικότητα- ὑφίστανται, εἶναι, ἀλλά δέν ὑπάρχουν.


 Σταθερά ἔχομε, λοιπόν, ἀπό τή μιά μεριά ὕπαρξη καί ἀπό τήν ἄλλη ὑπόσταση ἤ εἶναι (esse). Ὑπόσταση, εἶναι ἤ ἀνυπαρξία εἶναι τό ἴδιο• (θά παρακαλοῦσα νά συγκρατήσουμε τίς διακρίσεις). Ὕπαρξη εἶναι ἄλλο.


-ὕπαρξη ἐδῶ σέ ἀντίθεση μέ τήν ὑπόσταση (ὑφίσταμαι), τό εἶναι (εἶμαι), ἤ τήν ἀνυπαρξία ( δέν ὑπάρχω)-


Ἀναμεσά τους γέφυρα ὀ ἄνθρωπος: «Μονάχα στόν ἄνθρωπο», λέει ὁ Σαραντάρης, «δίνουμε τή δυνατότητα τῆς ὕπαρξης, καί τό ἄλλο σύμπαν βλέπουμε μέ τήν κατηγορία τῆς ἀνυπαρξίας» 12.


 (Καλό εἶναι νά θυμόμαστε,  στό σημεῖο αὐτό, πώς γιά τή χριστιανική παράδοση ( τῆς Ὀρθοδοξίας) τό σύμπαν ἤ ἡ κτίσις δέν ἔχουν στή φύση τους ἄλλη δυνατότητα νά ξεπεράσουν τή φυσική κατάστασή τους καί νά φτάσουν στόν Κτίσαντα (στό ὑπέρ φύσιν) παρά μονάχα τόν ἄνθρωπο, πού μέ τήν ἐλευθερία του μπορεῖ νά παρασύρει ὁλάκερη τή χτίση σέ μιά ὑπέρβαση τῆς χτίσης ἤ σέ μιά ἑνότητα μέ τό Θεό: ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ (Πρός Ρωμαίους Η΄, 21). Μοναδική γέφυρα, ἀλλά καί μοναδικός ὑπεύθυνος γιά μιά τέτοια ὑπέρβαση καί σύνδεση ὁλάκερου τοῦ σύμπαντος μέ τό Θεό –τοῦ σύμπαντος πού μέ τόση ἀπερισκεψία (ἔπαρση ἀλογίας- ἐπιτρέψτε μου τήν προσθήκη-) σήμερα τό καταστρέφουμε- ἀπομένει ὀ ἄνθρωπος. Τό μέγεθος τῆς ὑπέρβασης αὐτῆς καί τῆς ἑνότητας τοῦ σύμπαντος κόσμου καθορίζει καί τό μέγεθος τῆς πνευματικῆς εὐθύνης τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν παράδοση τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς).


Ἔχομε, ἄν θέλετε, δυό διαφορετικές πραγματικότητες, τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μπορεῖ νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (τό ὑπόλοιπο σύμπαν). «Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τή δυνατότητα νά ὑπάρξει τόσο ἀληθινά, ὥστε νά μήν τοῦ παραμείνει μήτε σάν ἄλλη δυνατότητα ἡ περασμένη του πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας» (πάντα ὁ Σαραντάρης ὑπογραμμίζει). Αὐτή εἶναι τότε ἡ κατάσταση πού παλαιότερα ὀνομαζόταν θέωσις.


...ἄς συγκρατήσουμε καί ἐμεῖς μιά γιά πάντα, πώς ἔχομαι ἀπέναντί μας τήν πραγματικότητα τῆς ὕπαρξης (ὁ στόχος) καί τήν πραγματικότητα τῆς ἀνυπαρξίας (σά νά λέμε τό κοντάρι πού ρίχνομε ἤ πού δέ ρίχνομε καταπάνω στό στόχο). Ὅπως ἔχομε δύο πραγματικότητες, ἔτσι ἔχομε καί δυό ἐγώ. Πρῶτα τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης (στήν ὁποία μποροῦμε νά φτάσομε),... «Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἑνός ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα, ἀλλά μονάχα σάν ἀγκαλιαστεῖ ἀπό τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης, ἀπό τόν Ἄνθρωπο. Ἄν τό ἄτομο σάν ἄτομο νομίζει πώς πέτυχε ἕνα τέτοιο ἀποτέλεσμα, αὐταπατᾶται» 15... Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ χρειάζεται δια-βεβαιώσεις γιά νά λάβει αὐτοσυνείδηση, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: Ἁπλά ἀπό τήν ἀρχή εἶναι (est), δίχως νά χρειάζεται ἄλλο τίποτα, ὅπως ὁ καιρός στό βαρόμετρο ἤ ὅπως τό μεδούλι στό κόκκαλο• στό ἐγώ τῆς ὕπαρξης βασιλεύει ἡ σχέση τούτη: «δέν μοῦ λείπει ἠ αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι» 14. Αὐτό εἶναι τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης.


Ὁλότελα διαφορετικό εἶναι τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς γνώσης καταλήγει στήν αὐτοσυνείδηση» 13(ergo sum). «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12...


Μέ τό διχασμό ὑποκείμενο-ἀντικείμενο, ἤ μέ τή γνώση, «ἡ συνείδηση βεβαιώνει τόν ἑαυτό της πώς κάτι, ἄσχετο πρός αὐτήν...ὑφίσταται» 10. Ἀλλά αὐτό (ἀντικείμενο ἤ ὑποκείμενο) συμβαίνει ἔξω. Τό ἔξω ὑφίσταται (δέν ὑπάρχει, «γιά τόν ἄνθρωπο πού ἀπόλυτη πραγματικότητα θεωρεῖ τήν ὕπαρξη» 10). Μονάχα τό μέσα  ὑπάρχει. Τό μέσα, λοιπόν, ἤ ὁ ἀληθινός ἑαυτός μας, ἡ «ὕπαρξη»τοῦ Σαραντάρη, δέ βρίσκεται μέ τή γνώση...


Καί-ἐπαναλαμβάνουμε- ὁ νεότερος κόσμος, ἀπό τήν Ἀναγέννηση καί ἐδῶθε, ζεῖ ἀκριβῶς μέσα στήν κατάσταση αὐτή τοῦ περιορισμοῦ τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν πραγματικότητα τῆς γνώσης, πού μποροῦμε νά τήν ὀνομάσουμε κατάσταση ἀναγκαστικοῦ περιορισμοῦ ἤ κατάσταση τῆς περιορισμένης πραγματικότητας.




Ἄν μέ τή γνώση (ἐγώ τῆς γνώσης) χρειάζεται ἡ ἀμφιβολία, μέ τήν ὕπαρξη (ἐγώ τῆς ὕπαρξης) χρειάζεται ἡ πίστη. Μέχρι τώρα ἀναφέραμε τό ρῆμα δυσπιστεῖ καί τή λέξη πίστη (ὑπογραμμισμένα ἀπό τόν Σαραντάρη) στίς δύό ἀκόλουθες φράσεις: «Τό ἐγώ πού δυσπιστεῖ πρός τήν ἑνότητά του, ἐκεῖνο τό ἐγώ γνωρίζει» 12 καί: «...[ἡ ὕπαρξη] τρέφει μιά πηγαία πρωταρχική πίστη στό ἐγώ [της], κι ὄχι μιάν ἀμφιβολία» 13. Συμπληρώνομαι τώρα τόν πίνακα γιά τό ἐγώ τῆς γνώσης: «...ἀλλά τούτη ἡ γνώση (τόσο τοῦ κόσμου ὅσο καί τοῦ ἑαυτοῦ μου) γεννιέται ψυχολογικά ἀπό μιάν ἀμφιβολία, ὄχι μονάχα γύρω ἀπό τή γνώση γενικά, ἀλλά προπάντων γύρω ἀπό τό εἶναι μου. Εἶμαι ἤ δέν εἶμαι; Σ’ ἕνα τέτοιο ἐρώτημα ἡ συνείδηση ἀποκρίνεται θέτοντας τό ἐγώ τῆς γνώσης• εἶμαι, ἐφ’ ὅσο γνωρίζω κάτι, γιατί γνωρίζοντας κάτι, θά γνωρίσω τόν ἑαυτό μου.


»Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἄλλο»14. Καθώς εἴπαμε, ἡ ὕπαρξη δέ χρειάζεται τήν αὐτοσυνείδηση (τῆς γνώσης) ἤ ἄλλες διαβεβαιώσεις, μήτε γνωρίζει ἀμφιβολίες: «Εἶμαι, γιά τοῦτο δέν ἀμφιβάλλω...ἡ ὑποστασή μου καθαυτή ὑπερέχει τήν αὐτοσυνείδηση, ἀλλά δέν εἶναι αὐτή πού μοῦ  χρειάζεται γιά νά πῶ πώς εἶμαι...ἡ ὑπόστασή μου δέ φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση...» 14.


Εἴπαμε λίγο πρίν, πώς «ὀφείλουμε νά ξεφύγουμε» ἀπό τό δυισμό τῆς γνώσης, «ἄν θέλουμε ἡ συνείδηση ν’ ἀποκτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, ἄν θέλουμε ἁπλῶς ὁ ἄνθρωπος κατά τό βίο του νά γυρέψει χωρίς δισταγμούς μοναχά τόν ἑαυτό του» 10. Νά γυρέψει (ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν, Ἡράκλειτος fr. 16) –καί νά βρεῖ- τόν ἑαυτό του (γνῶθι σαυτόν) σημαίνει νά ἀποχτήσει τελικά ὁ ἄνθρωπος τήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη, μόνην πραγματικότητα» 9. Καί αὐτή ἡ πραγματικότητα, ἡ μόνη, εἶναι ἡ «ἄλλη κατεύθυνση» πρός τήν ὁποῖα  «στρέφεται» τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Στήν «πραγματικότητα-ὕπαρξη» ἤ «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης» ὑποκείμενο καί ἀντικείμενο εἶναι τελικά ἕνα, ἔχουν πραγματοποιήσει «ἐκείνην τήν ἑνότητα πού ὅταν τήν ἐπιτύχεις σέ δεσμεύει, καί σ’ ἐμποδίζει νά ἐπιστρέψεις στήν ἀνάλυση, στό χωρισμό, στή διαίρεση ὑποκειμένου καί ἀντικειμένου» 23, καί πρός τήν ἑνότητα αὐτή δυσπιστεῖ ἀκριβῶς «τό ἐγώ πού γνωρίζει» 12. Ἐνῶ ἀντίθετα: «Ἡ ὕπαρξη εἶναι ἡ μόνη ἀπόλυτη ἑνότητα» 31. Σέ διαφορετική γλώσσα –φτάνει νά μήν κακομεταχειριζόμαστε τά σύμβολα- θά μποροῦσαμε νά μιλήσομε παράλληλα γιά τό Δέντρο τῆς Ζωῆς καί τό Δέντρο τῆς Γνώσης.


Ὅταν ἡ συνείδηση ἀποχτήσει τήν πραγματικότητα-ὕπαρξη, τότε ὁ ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἄτομο καί ἀρχίζει νά γίνεται Ἄνθρωπος...καί ὁ χρόνος τοῦ «βίου» του, «τοῦ θνητοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς μεταβαλλόμενης φύσης του» («τό ἄτομο βλέπει ἕναν ἀόριστο χρόνο, μιά ἀριθμητική σειρά στιγμῶν πού ἡ τύχη μεταβάλλει κατά βούληση» 15), ἀλλά συνορεύει μέ τήν αἰωνιότητα: «Τά σύνορα τοῦ Ἀνθρώπου εἶναι ἡ αἰωνιότητα» (ibid.)... «...ἡ αἰωνιότητα...δέν εἶναι παρά “ὁ χρόνος τῆς ζωῆς ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ ἑαυτός μας”» 16.   Στήν κατάσταση αὐτή ζοῦμε τότε τήν «ἀλήθεια τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης», ὅπου ἀντικείμενο τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης εἶναι ἠ αἰωνιότητα καί ὑποκείμενο τῆς αἰωνιότητας εἶναι  τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης. Τό ἕνα μέσα στό ἄλλο...Τέτοιο παρουσιάζεται τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης σέ ἀντίθεση μέ τό ἐγώ τῆς γνώσης. «Τό ἐγώ τῆς ὕπαρξης δέ γνωρίζει ἁπλῶς τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του...ἀλλά πράττει κάτι τό ἀσύγκριτα γονιμότερο, ζεῖ τό ἀπόλυτο ἀντικείμενό του, τήν αἰωνιότητα» 16.


Ἀπό τήν κατάσταση αὐτή τῆς «ζωῆς» ( ὄχι τοῦ «βίου»μας) ἔχομε φύγει -καί ἐδῶ πάλι ὁ παραλληλισμός μέ τούς ἀπόβλητους ἀπό τόν Παράδεισο θά μποροῦσε πάλι νά βοηθήσει- ἔχομε φύγει φαινομενικά ἤ ἀπατηλά (αὐτή εἶναι ἡ ἀνυπακοή τῶν πρωτοπλάστων• ἡ ἐλευθερία μας... ἔχομε φύγει φαινομενικά, λέμε, γιατί στήν πραγματικότητα εἴμαστε πάντα ἐκεῖ, ... «δέν μᾶς χωρίζει... τίποτε τό πραγματικό, μήτε μιά ἄλλη αἰώνια ἀλήθεια ἀκατάλυπτη ἀπό τό νοῦ μας, ἀπό τήν ἀνθρώπινη οὐσία μας, μήτε ἕνα αἰώνιο ψέμα...Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ψέμα, γιατί δέν ὑφίσταται ἄλλος ρυθμός ἀπό τόν ρυθμό τῆς ἀλήθειας. Γιά ὅποιον πιστεύει δέν ὑφίσταται ἄλλη ἀλήθεια ἀπό τή δική του, γιατί δέν ὑπάρχουν δύο ἀλήθειες» (ibid.)....


«Χρειάζεται νά μή μπορεῖ νά χωρέσει ἠ ἀμφιβολία μέσα στήν ζωή σου,» -συνεχίζει παραινετικά ἡ Συμβολή- «γιά νά μήν ἐπεκταθεῖ ἀπό ἐκεῖ στή σκέψη σου, στήν ἀφηρημένη λογική σου, στήν κοσμοθεωρία σου, καί διαστρέψει ἔτσι τούς ἄλλους ἀνθρώπους» (ibid.). Tέτοιος τοῦ παιχνιδιοῦ ὀ νόμος: «Δέ μποροῦμε νά φτάσομε στήν ὕπαρξη παρά διαρκῶς πιστεύοντες, πιστεύοντες χωρίς χάσμα, χωρίς ἀφαίρεση• καί συνεπῶς καί προπάντων χωρίς ἀμφιβολία γιά τήν πίστη μας» 21. Ἀπό τό παραμικρότερο χάσμα μπαίνει μέσα ὀ ἀντίπαλος ἤ τό κενό. Γιά τό λόγο αὐτόν καί γιά νά μή «φοβᾶται ἀμφιβολία ἤ ἀφαίρεση» πρέπει πάντα ἡ ὑπόστασή μας νά εἶναι «πληρωμένη ἀπό προσοχή» 14. «Ἡ ἀμφιβολία θά γεννηθεῖ πάντοτε, θ’ ἀνοίξει δίοδο μέσα στούς συλλογισμούς σου, ἄν δέν προσηλωθεῖς καί σχεδόν ἀκινητήσεις σέ μιά πραγματικότητα πού τό ἐλαχιστό της μόριο φέρνει ὁλάκερη τήν αἰωνιότητα, τή δική σου, ἐκείνη τήν ἀπόλυτη κατάφασή σου πού τίποτε μέσα στό σύμπαν δέν ἀφήνει κενό, δέν ἐγκαταλείπει ἀβέβαιο. Ἄν κάτι ἀπό τό σύμπαν διαφύγει τήν προσοχή σου θά παραμείνει μετέωρο στήν ἀνυπαρξία, καί θά ἔρθει καιρός πού ἡ τέτοια ἀνυπαρξία θά σοῦ ἐπιτεθεῖ, καί ἄν σέ βρεῖ ἀπροετοίμαστο θά σέ καταστρέψει» 17. Ἔχομε μπροστά μας μέ μιά μονοκοντυλιά τό ὁλάκερο τό δράμα τοῦ σύγχρονου κόσμου...


«Ἡ ἀμφιβολία εἶναι τό ἄνθος τῆς τύχης... κι ἔτσι ὅλα μποροῦν νά γίνονται ἀμφίβολα• ἀκόμα καί ἠ γνώση εἶναι μιά ἀμφιβολία πού τήν τέτοια ὑπόστασή της δέ θά συνειδητοποιήσει ποτέ» (ibid.). «Τό μόνο χρέος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μήν ὑποχωρεῖ ποτέ, διαρκῶς νά στερεώνει τό δεσμό του μέ τήν πραγματικότητα• νά μήν ἀφήνει στήν τύχη τίποτε» 18. Καί ἐδῶ ἀκούγεται πρώτη φορά, ὁ μεγάλος σαρανταρικός λόγος: «ἔξω ἀπό τήν πίστη ὅλα εἶναι τύχη» 17 –πού βρίσκει τό πνευματικό του παραπλήσιο στά ἑλληνικά τοῦ Παύλου ( ἀποκαλύπτοντας ταυτόχρονα καί ὅλο τό βαθύτερο νόημα τοῦ ἐπιστολικοῦ χωρίου): πᾶν δέ ὁ οὐκ ἐκ πίστεως, ἁμαρτία ἐστίν (Πρός Ρωμ. ΙΔ΄, 23).


... «Ἄλλωστε ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη εἶναι πορεία πρός τήν ἀλήθεια» 20. Ὅμως, γιά νά γυρίσουμε στά λόγια μας, ἡ πορεία αὐτή χρειάζεται τήν πίστη –«οὐσία τῆς πορείας, γόνιμη ὁρατή ροή, ἡ πίστη» (ibid.). Ἡ πίστη «ὑπονοεῖται», δηλαδή (προ- καί ἐν-) ὑπάρχει στήν ἀνθρώπινη κατάσταση δυνητικά καί χρειάζεται νά πραγματοποιηθεῖ ἐνεργητικά. Ἡ πίστη ὀφείλει νά γίνει συνείδηση καί ὕστερα βίωση» (ibid.) ἤ πράξη...ὅποιος τή ζήσει ἤ τήν πραγματοποιήσει τήν πίστη του «ὑπερβαίνει τό ἄτομο» καί ἀδελφώνεται μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, στή γλώσσα τῆς Συμβολῆς: «ὑπάρχει ἄνθρωπος μέ τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν καιρῶν»• « Ἡ πίστη πού στόν ἄνθρωπο, στόν κάθε ἄνθρωπο, ὑπονοεῖται, δέ δεσμεύει τόν ἴδιο [τό ἄτομο], ἀλλά τήν ἀνθρώπινη κατάστασή του• ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ νιώσει δικό του τό χρέος τῆς κατάστασής του, τότε χάνει τόν ἴδιο τό λόγο του, χάνεται ὁ ἴδιος, δέν ὑπάρχει• γιατί ἡ πίστη τοῦ κάθε ἀνθρώπου μαρτυρεῖ μιάν ἀνάγκη, πού, ναί μέν πότε ὑπερβαίνει καί πότε δέν ὑπερβαίνει τό ἄτομο..., πάντως προδιαγράφει τόν ἴδιο δρόμο πρός τήν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐκείνων πού θά τόν ἀκολουθήσουν [τόν δρόμο ἤ τήν ὁδό (tao)] κι ἐκείνων πού θ’ ἀφαιρεθοῦν πίσω ἀπ’ τήν ἀπάτη»19-20. «...ὅπου ὁ ἄνθρωπος παύει τό συλλογισμό του ἐμφιλοχωρεῖ μέσα στό αἴσθημά του μιά ἐμπιστοσύνη τοῦ ἴδιου πρός τό σύμπαν καί πρός τόν ἑαυτό του, ἐμπιστοσύνη πού, εἴτε σιωπηλά, εἴτε συνειδητά, τόν πείθει νά θελήσει τή ζωή σάν ἕνα ἀπόλυτο» 18 ( ἤ «μέγα καλό καί πρῶτο», στή διατύπωση τοῦ Σολωμοῦ). «Ἀλλά στήν ἀθώα ἔμφυτη πίστη πού τήν ἀνθρωπότητα τρέφει, δέν μποροῦμε νά σταματήσουμε• γιατί ἄν κανείς δέν προχωρήσει πέρα μά τοὐναντίο πιστέψει μονάχα στή ζωή, τελικά δέν θά πιστέψει σέ τίποτε» (ibid.).


...Ἔχομε, λοιπόν, δυό λογιῶν πίστη, τή φυσική πίστη πού ἀγκαλιάζει συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα μονάχα τή ζωή, καί τήν πνευματική πίστη (τοῦ ἐγώ τῆς ὕπαρξης) ἤ τήν πίστη-πράξη «πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας»18. Δέν ἀγκαλιάζει δηλαδή μοναχά τήν περιορισμένη πραγματικότητα (τοῦ ἐγώ τῆς γνώσης). Καί ἐπεξηγεῖ ὁ Σαραντάρης πώς «...χωρίς τήν πίστη θεωρία καί πράξη ἀφορᾶνε μιά ἴδια πραγματικότητα, τήν ἀφηρημένη πραγματικότητα τῆς γνώσης• τοὐναντίον ἡ πίστη-πράξη γεννάει τή συνολική πραγματικότητα, τήν ὕπαρξη» 20. «Ποιά εἶναι ἡ πράξη τοῦ ἐγώ πού ἀγκαλιάζει τή δυνατότητα τῆς συνολικῆς πραγματικότητας; [...] Τούτην τήν πράξη ὀνομάζω πίστη»18-19... «Ἡ πίστη», λοιπόν, «μονάχα σάν πράξη ἀνταποκρίνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο» 18, μοναχά σάν πίστη-πράξη τόν πηγαίνει «ἀπό τό εἶναι στήν ὕπαρξη» 21, καί τέλος: «Ἡ πίστη ὀδηγεῖ ἄμεσα στήν πραγματικότητα» 22. (Τό ἄμεσα λέγεται ἀδῶ μέ τρόπο ἀπόλυτο, ζωντανά, σέ ἀντίθεση μέ κάθε μεσολάβηση ἤ ἀφαίρεση, μέ τή σημασία πού ὁ W. B. Yeats ἀρματώνει τήν ἀκόλουθη φράση του: «Neither Christ nor Buddha nor Socrates wrote a book, for to do that is to exchange life for a logical process» -Autobiographies, «Estrangement», London 1955)... Ἡ πίστη χρειάζεται νά εἶναι «ἰσάξια τῆς συνολικῆς πραγματικότητας...ἰσάξια δηλαδή ἑνός συνολικοῦ ἀνθρώπου, ἑνός ἀνθρώπου μέ αὐτάρκεια» 21, ...  «Ἕνας συνολικός ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δέ φοβᾶται τήν ἐμβρίθεια τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου πρῶτα καί ὕστερα ἀπ’ αὐτόν• γνωρίζει τό χῶρο καί τό χρόνο, ἀλλά ἀγαπάει καί πιστεύει μονάχα σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού σημαίνει τό ἴδιο σά νά ἀγαπάει καί νά πιστεύει μονάχα στόν ἑαυτό του» (ibid.). Ἀπό ἐδῶ μποροῦμε νά καταλάβομε, γιά τήν πνευματική παράδοσή μας, πώς τό τυπικά διμέτωπο ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν κρύβει οὐσιαστικά μιά ταυτότητα, καί πώς ἀκόμα καί τό ἀντιφατικό ἤ ἀκατανόητο (γιά τό ἄτομο) ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν χαράζει ἕνα ὅριο ἀπό τό ὁποῖο δέν μποροῦμε στήν πραγματικότητα νά ξεφύγουμε... «Ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό, πού μᾶς ἔμαθε ὁ Χριστός, βρίσκεται κιόλας πιό σιμά στήν ἀλήθεια ἀπ’ ὅποια δυνατή γνώση, γιατί σπάει τά δεσμά τοῦ ἀνθρώπου -ἀτόμου, φανερώνει μιά βίωση πού δέν εἶναι πιά ἐκείνη τοῦ ἀτόμου, πού μονάχα συγκεχυμένα ἐρωτεύεται καί συγκεχυμένα πεθαίνει. Ἅλλο ζήτημα τώρα ἄν ἡ ἀγάπη πρός τό διπλανό μας, ὄταν τή σχετίσουμε, τή συγκρίνουμε μέ τή γνώση, εἶναι κιόλας πίστη (ἔστω μή ἀκέραια) στόν ἄνθρωπο».




Θά μποροῦσε νά κλείσει ἐδῶ ἠ συγκεκριμένη παρουσίαση τῆς Συμβολῆς διότι μᾶς ἔχει ἤδη θέσει ἐνώπιον τοῦ σημαντικότερου προβλήματος τῆς ἐποχῆς μας: τόν ἐκτωπισμό τῆς συνολικῆς πραγματικότητας ἀπό τήν περιορισμένη πραγματικότητα τῆς γνώσης καί πιό συγκεκριμένα τήν ἀφαίρεση τοῦ ἐγώ ἀπό τό ὀντολογικό πεδίο τῆς ὕπαρξης. Πρόκειται γιά μιά βάρβαρη ἐκγύμνωση ἀπό τήν ἐσωτερική μας οὐσία πού ὁδηγεῖ σέ «χυδαῖο θάνατο» ἄνθρωπο καί κτίση. ‘Υπενθυμίζω τήν προτροπή τοῦ Σαραντάρη: «Ἔργο τῆς γενεᾶς μας εἶναι νά ἐξηγήσει ποιός εἶναι αὐτός ὀ θάνατος». Καί στό σημεῖο αὐτό ὀφείλω νά ἀναφέρω τά σχετικά πονήματα τοῦ Φίλιππου Σέρραρντ «Ὁ βιασμός τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κτίσεως / Διερεύνηση τῶν ἀρχῶν καί τῶν συνεπειῶν τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης» καί «Θάνατος καί Ἀνάσταση τῆς ἱερῆς κοσμολογίας», πού ἀναφέρονται στήν ἀποιεροποίηση καί χρησιμοθηρική ἐκμετάλευση τῆς φύσης καί στήν ἀπανθρωποποίηση τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς κοινωνίας του, ἐξαιτίας τοῦ ἐπιστημονικοῦ κοσμοειδώλου πού ἐκτώπισε τίς βιωματικές ἀρχές τῆς ἱερῆς ἀνθρωπολογίας καί κοσμολογίας, ἤ πιό ποιητικά δοσμένο: τόν ἀνοιχτό τρόπο σεβασμοῦ πρός τό μυστήριο.




Ὡστόσο παρά τήν κρισιμότητα τοῦ θέματος καί τήν ἀνάγκη νά σταθοῦμε σέ αὐτό μέχρι νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀπάτη καί τήν καθημερινή  ἀποσύνθεση τῆς ὕπαρξης πού ἀπώλεσε τήν ἀλήθεια της διά τῆς γνώσεως, πρέπει νά προχωρήσω στό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τῆς Συμβολῆς τό ὁποῖο ἀπότελεῖ τό πρακτικό καί ἐμπειρικό μέρος τῆς μελέτης του Σαραντάρη.


Ἐδῶ, λοιπόν , «θά βροῦμε τήν «ἡδονή», ὄχι ὄμως ἐκείνη τήν ἡδονή πού συνήθως «εἶναι πάντοτε ἀνάμεικτη  μέ ἄλλα στοιχεῖα, μέ ἀδυναμίες τοῦ ἀτόμου πού ἀφοροῦν μιάν ἀνυπαρξία ἄσχετη ὁλότελα πρός τήν ὕπαρξη» 29... «Ὅμως ὀφείλει ὁ φιλόσοφος νά διαβάσει τήν πηγαία ἡδονή στήν ὅποια ἀνθρώπινη ἐκδήλωση βρίσκεται κρυμμένη. Ὅ,τι δέν ἔγινε ὕπαρξη κι ὅμως εἶναι πραγματικότητα, καί προφτάνει ἀκόμα νά μετουσιωθεῖ σέ ὕπαρξη ἄν ἕνα ἐγώ τό θελήσει ἀπό τήν ἀρχή ἴσαμε τό τέλος μιᾶς προσπάθειας δημιουργίας, ἐκεῖνο εἶναι ἡδονή•...» 29 ...Ἡ ζωή τοῦ  συνολικοῦ ἀνθρώπου εἶναι «εἴτε ἡδονή , εἴτε θυσία τῆς ἡδονῆς» 30. Τί ἐννοοῦμε; Ἐννοοῦμε πώς ἡ «ἀληθινή ἡδονή»...πρέπει νά ξεπεραστεῖ, πρέπει ἀπό πραγματικότητα (πού τώρα εἶναι) νά γίνει πραγματικότητα-ὕπαρξη (πού ἀκόμα δέν εἶναι), μέ ἄλλα λόγια, εἶναι «χρέος νά γίνει θυσία τέτοιας γεμάτης ἡδονῆς, γιά νά ὑπάρξει ὁ συνολικός ἄνθρωπος, καί νά ὑπάρξει ἡ συνολική πραγματικότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων» 30. Ἡ τέτοια γεμάτη ἤ ἀληθινή ἡδονή ἔχει προορισμό νά ὁδηγήσει-μέ τή θυσία της- στή συνολική ἀλήθεια ἀπό μόνη  «τήν μερική ἔστω ἀλήθεια τῆς ἡδονῆς» 29.


... ἡ ἡδονή ,λοιπόν, εἴδαμε πώς ἀποτελεῖ «ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ὕπαρξης». Ναί. Ἀλλά γιά νά προχωρήσομε στήν ὕπαρξη (ἀπό τό εἶναι).


 ... «Ἡ θυσία τοῦ ἀνθρώπου θα κατευθύνεται λοιπόν πρός μιά τέτοια ἡδονή...γιά νά ἔχει ἀκριβῶς τή δύναμη νά τήν ἀπαρνηθεῖ ὅταν θά μποροῦσε ἀκόμα νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του•...» 30. Ἄν ἐπιμείνουμε «ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή» τότε «ἡ ἡδονή, ἡ ἁγνή ἡδονή ἀποκαλύπτεται μέθη τοῦ πεπερασμένου» καί ὁ ἄνθρωπος «γιά νά μήν ἐξοικειωθεῖ ἀπόλυτα μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, προτιμάει τήν πιό τρελή διέξοδο, τό θάνατο» 30. Αὐτό κάνουν μέ τή συνειδητή ἐγκατάλειψή τους στή «νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας» τους οἱ αὐτοαποκαλούμενοι εὐφημιστικά –γιά τό Σαραντάρη- «ἀνδρεῖοι τῆς ἡδονῆς» (Καβάφης). «Ὁ συνολικός ἄνθρωπος πού ἐπιμένει ἴσαμε τό τέλος στήν ἡδονή, ἀντιφάσκει ἀναγκαῖα μέ τόν ἑαυτό του, μέ τή δική του αὐτάρκεια» 30... «...ἡ πράξη ἀντίθετη τῆς ἡδονῆς, εἶναι ἐκεῖνο πού οἱ περισσότεροι ὀνομάζουνε ‘‘πνευματική ζωή’’• εἶναι ἡ πορεία πρός τήν ὕπαρξη» 30. Κακῶς, λοιπόν, ἐμεῖς σήμερα ὀνομάζουμε πνεῦμα τή διανόηση ἤ τά γράμματα (lettres). Ὅλες οἱ πρόσφατες θεωρίες μᾶς καλοναρχᾶν πώς ἀπό τήν ἡδονή καί τό θάνατο δέν ὑπάρχει διέξοδο καί πώς ὁ ἄνθρωπος ἀπαράβατα ἕνα μονάχα μπορεῖ νά κάνει: «νά ἐξακολουθήσει τή νωθρή ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας του». Ἡ ζωή τοῦ πνεύματος δέ βρίσκεται στή «σκέψη» (φιλοσοφία) καί στή «φαντασία» (τέχνη) τῆς ἐποχῆς πού, ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, μποροῦν νά χαραχτηριστοῦν πέρα γιά πέρα ἀντιπνευματικές, ἤγουν ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες. Καί τό πνεῦμα καθώς ξέρομε, δέν εἶναι μήτε ἡδονή, μήτε θάνατος. Ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος.


...Ἀγνοώντας, ὄμως, «τί λέγεται ἀθανασία, αἰωνιότητα» ὁ ἔρωτας «εἶναι ἡ ὕψιστη αὐταπάτη• ἡ ἀπόλυτη ἀφοσίωση πρός τή θνητή μας ὀντότητα...» 25 ... «Ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ θνητός ἐαυτός μας, ὄλος ὁ θνητός ἑαυτός μας, ἀλλά σά θέση» 27• ὄχι σάν ἄρνηση νά ὑπάρξομε...Θέση εἶναι ὀ θνητός ἑαυτός μας, ὄταν ἀρνούμενος τήν αἰωνιότητα ἀρνεῖται, κατά μείζονα λόγο τό θάνατο. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης τό νά μήν πιστεύει στήν αἰωνιότητα, εἶναι τό σφάλμα τοῦ ἐρωτευμένου• τό νά μήν πιστεύει ὀ ἐρωτευμένος στό θάνατο, τοῦτο δέν ἀποτελεῖ σφάλμα. Γιατί ὁ θάνατος εἶναι πραγματικότητα τοῦ εἶναι, ὄχι τῆς ὕπαρξης» (ibid.).


... «Ἀλλά ὀφείλουμε νά μιλήσουμε γιά τό θάνατο ἀπό τή σκοπιά τῆς ὕπαρξης» 28. Ἔχομε θανάτους δύο εἰδῶν: τό «χυδαῖο» καί τό  «συνολικό» θάνατο. «Ὁ συνολικός θάνατος (πού συμπίπτει μέ τό φυσιολογικό) εἶναι ἐκείνη ἡ ἀφαίρεση ἀπ’ ὅπου δέ μποροῦμε νά ἐπιστρέψουμε στόν ἑαυτό μας» (ibid.). Μπροστά σέ μιά τέτοια πιθανότητα δέν μποροῦμε νά ἀδιαφορήσουμε: «Τό ἐγώ δέν μπορεῖ νά ἀδιαφορήσει μπροστά στό συνολικό θάνατο» (ibid.)• καί γιά τοῦτο χρειάζεται νά ἔχομε προηγουμένως ἀδιάκοπη ἄσκηση καί ἐξάσκηση, αὐτό πού στά ἀρχαῖα ἑλληνικά λεγόταν μελέτη, καί στόν Πλάτωνα μελέτη θανάτου, ...( Φαίδων 81). «Ἄλλωστε ὁ συνολικός θάνατος ὁδηγεῖ τό ἐγώ στή φωτισμένη κατάσταση τοῦ ἄλλου θανάτου πού άναφέραμε, τοῦ χυδαίου θανάτου, ἐκείνου πού σκοτώνει τίς δυνατότητές μας, ὄταν αὐτές διψᾶνε ζωή καί δικαιοῦνται ζωή, ἀγνάντια σ’ ἔναν ἑαυτό μας πού ροπή του ἔχει τό πλήρωμα τῆς ὕπαρξης» (ibid.). Γιά τό λόγο αὐτό, πάλι στόν Πλάτωνα –πού δέν ἔκανε φιλοσοφία ἤ δέ φιλοσοφοῦσε μέ τή σημερινή ἔννοια, ἀλλά ἀναζητοῦσε καί ἐκεῖνος ἕνα τρόπο ζωῆς (πνευματικῆς), ὅπως ὁ Σαραντάρης- μαθαίνομε πώς οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες (καί ὄχι οἱ ὑπόλοιποι) ἀποθνήσκειν μελετῶσι (Φαίδων 67e). Σκόπιμο μοιάζει νά ἀναφέρομε σχετικά τή χριστιανική μνήμη θανάτου καί τό πνευματικό πρότυπο τοῦ Χριστιανοῦ ἀσκητῆ πού ἐτεθνήκει τῷ κόσμῳ.




Ἀλλά τό πράγμα δέν τελειώνει ἐδῶ. Στήν ἐποχή μας διάφορες «θεωρίες», πού τίς χαρακτηρίσαμε ἀντιπνευματικές καί πέρα γιά πέρα ἡδονιστικές καί πεισιθάνατες, πᾶν νά ἀντικαταστήσουν τίς παραδόσεις ἐκεῖνες πού καλύπτουν, μέ τό πνευματικό περιεχόμενό τους, ὄχι μονάχα τό μυαλό ἤ τίς αἰσθήσεις μας, τή «fisica», ἀλλά καί τό πνεῦμα ἤ τή  «metafisica» τοῦ Σολωμοῦ («Στοχασμοί τοῦ ποιητή»), δηλαδή ὁλόκληρο τό πεδίο ἤ «τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου»•...Καί, χωρίς νά ὑπερβάλλομε, μποροῦμε νά παρατηρήσομε σήμερα πώς οἱ «θεωρίες» αὐτές, ἄν ὄχι τίποτα ἄλλο, ἔχουν γιά τόν περισσότερο κόσμο γράψει μιά προσημείωση, νά τό ποῦμε ἔτσι, ἀπάνω στήν πνευματική κληρονομιά τῶν πατέρων μας. «Ὑφίσταται ἕνας θάνατος» -λέει ὁ Σαραντάρης- «πού εἰσέρχεται στή θεωρία μας τοῦ κόσμου, καί μέ τήν παρουσία του μπορεῖ νά γεμίσει τή συνολική πραγματικότητα ἑνός ἀνθρώπου• αὐτός ὁ θάνατος διευθύνει στό θάνατο ὄχι ἕναν μόνον ἄνθρωπο, ἀλλά μιά κοινότητα ἀνθρώπων• καί γιά τοῦτο εἶναι ὁ πιό ἐπικίνδυνος» 29. Δίχως νά τό καταλαβαίνουν, ἀπό τή φύση τους ἤ ἀπό τήν ἐφήμερη καταβολή τους, οἱ «θεωρίες» αὐτές «εἶναι θεωρίες πού θυσιάζουν τόν ἄνθρωπο στό θάνατο, καί δέν τό γνωρίζουν• εἶναι διαστροφές πού γεννήθηκαν άπό ἕναν ἀχαλίνωτο ἡδονισμό•...ἡ ἡδονή τοῦ θανάτου, τοῦ θανάτου ὅλου τοῦ κόσμου τίς διατρέχει. Γι’ αὐτό ἡ πίστη μας στήν ὕπαρξη ὀφείλει νά γίνει κοσμοθεωρία -κοσμοθεωρία ἐδῶ ὄχι μέ τή δυτική σημασία τοῦ Weltanschauung, ἀλλά μέ τήν εὐαγγελική τοῦ πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη (Κατά Ματθ.ΚΗ΄,19)-• γιατί δέν ἀρκεῖ ν’ ἀναγκάσεις τούς ἀνθρώπους προορισμένους στό θάνατο, ἀλλά καί τίς θεωρίες τους, τίς τόσο φλύαρες, πρέπει νά ἐξουδετερώσεις καί ὕστερα ν’ ἀντικαταστήσεις» (ibid.).».


Κλείνοντας τήν παρουσίαση τῆς Συμβολῆς τοῦ Σαραντάρη ἀπό τόν Ζήσιμο Λορεντζάτο ὁ ὁποῖος στό «Χαμένο κέντρο» ὑπογραμμίζει τήν τραγική ἀποκοπή ἀπό τήν οὐράνια ρίζα μας, καί προσπαθεῖ νά μᾶς παρακινήσει νά ἀφουγκραστοῦμε τήν ἱερή παράδοσή μας ὥστε «νά βροῦμε πρῶτα τρόπους ζωῆς καί ὕστερα τρόπους τέχνης», βρίσκουμε τώρα στήν πλώρη μας (στόν ἐν τῇ καρδίᾳ νοῦ) τό εἶναι μιᾶς πυξίδας (συμβολῆς) πού σταθερά δείχνει ὕπαρξη, καί αὐτή ἡ πυξίδα δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν πνοή τοῦ Θεοῦ πού φωτίζει καί κεχαριτωμένα καλεῖ τό κατ’εἰκόνα στό καθ’ ὁμοίωση ἀποστέλνοντας «ἐκείνους πού μαθαίνουν τά νιάτα τοῦ οὐρανοῦ» κοντά μας.

------------------------

ΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


----------------------------------------------

ΥΓ. Οἱ ἀριθμοί, πού παραθέτει ὁ Λορεντζάτος, δείχνουν τόν ἀριθμό τῆς σελίδας ἀπ’ ὅπου προέρχονται οἱ λόγοι στό δοκίμιο τοῦ Σαραντάρη: Συμβολή σέ μιά φιλοσοφία τῆς ὕπαρξης.

Τό κείμενο, ὡς ἄκρως διαφωτιστικό, ἔχει προστεθεῖ στήν ἑνότητα: Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ