Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019



Ἡ ἐπικαιρότητα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὀμολογητή 
του κ. Δημήτρη Ἰωάννου

Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Μέ εἰσηγητή τόν κ. Δημήτρη Ἰωάννου
καί θέμα «Ἡ ἐπικαιρότητα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὀμολογητή»
σᾶς περιμένουμε  τήν Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019 στίς 17:30
στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας.


Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΥ (απόσπασμα από ένα διάλογο ανάμεσα σε κάποιον ζωγράφο, εραστή της βυζαντινής σκέψης, και ένα φοιτητή φυσικής). 

του κ. Δημήτρη Ιωάννου


-Θεωρώ πολύ ενδιαφέρον το θέμα που συζητάμε, αλλά και γενικά όλη τη διδασκαλία του αγίου Μαξίμου. Χρησιμοποίησες λοιπόν την προηγούμενη φορά αρκετά συχνά τον όρο «ψυχή». Θα ήθελα να σε ρωτήσω ευθύς αμέσως: δεν είναι αυτό αναχρονιστικό; Η πρόοδος της επιστήμης δεν έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη τούτου του όρου;
-Πράγματι, ο άγιος Μάξιμος κηρύσσει ότι υπάρχει η ψυχή, που πρέπει να γνωρίσει τον Θεό, να «θεωθεί». Χρησιμοποιεί όμως ακόμη πιο συχνά τη λέξη «νους», που  είναι το «κλειδί» για να προσεγγίσουμε καλύτερα τη βυζαντινή ανθρωπολογία. Και αυτό γιατί σήμερα ο συγκεκριμένος όρος, «νους» χρησιμοποιείται κατά κόρον τόσο στην αναλυτική φιλοσοφία («mind»), αλλά και στην επιστήμη, με μια έννοια που αφήνει περιθώρια διαλόγου με την ορθόδοξη ανθρωπολογία.
-Τι ακριβώς σημαίνει λοιπόν στην αναλυτική  φιλοσοφία; Ξέρω ότι η τελευταία είναι κυρίως αγγλοσαξονικό κίνημα…
-Στους αναλυτικούς φιλοσόφους ο «νους» σχετίζεται με αυτό που λέμε στη θεολογία «ψυχή», έχει όμως ειδικότερα την έννοια της «συνείδησης», καθώς οι περισσότεροι στοχαστές  δεν πιστεύουν όντως ότι υπάρχει αυτό που στα αγγλικά λέγεται «soul» («ψυχή».) Ωστόσο υπάρχουν και εξαιρέσεις.
Τι είναι όμως η «συνείδηση»; Είναι εύκολο να καταλάβεις το περιεχόμενο της λέξης, αν και νομίζω ότι είσαι ως ένα βαθμό ενήμερος. Όταν για παράδειγμα μιλώ σε σένα, έχω «συνείδηση» του γεγονότος ότι εσύ ευρίσκεσαι εδώ. Το γνωρίζω ως  «λογικό» γεγονός, ως κάτι δηλαδή που το αντιλαμβάνεται η λογική μου. Η συνείδηση στη δυτική φιλοσοφία θεωρείται περίπου ως ανώτερη μορφή «γνώσης», αν και υπάρχει μια σύγχυση ως προς το αν ακριβώς είναι «γνώση» ή κάποιο ανώτερης τάξης «αίσθημα», διότι η συνείδηση ως σύμφυτη εσωτερική λειτουργία οδηγεί στη συναίσθηση και διάκριση του καλού και του κακού. Μολονότι θα ήταν καλό να αποφύγουμε την περίπλοκη ορολογία, μικρό μέρος του φιλοσοφικού λεξιλογίου θα ήταν καλό, φοιτητή μου, να το αφομοιώσεις…
-Δεν με πειράζει η ορολογία, αρκεί να προχωρώ προς την αφομοίωσή της όχι με ξηρό, στεγνό τρόπο, αλλά βιωματικά... Χρησιμοποιείται ο όρος «νους» λοιπόν και από τους Ορθόδοξους Πατέρες;
-Ναι, ιδίως στην ασκητική γραμματεία, που είναι κοινότατος. Μεγάλη επεξεργασία υπέστη από τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, την σχετική διδασκαλία του οποίου παραλαμβάνει και ο Ομολογητής. Πρέπει να συγκρατήσεις το όνομα «Γρηγόριος Νύσσης». Είναι ένα Πατέρας, σε πληροφορώ, ο οποίος «εκχριστιάνισε» περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον τον ελληνισμό. Είναι κορυφαίος θεολόγος. Πάνω σε αυτόν στηρίζεται κατά πολύ και ο άγιος Μάξιμος.
-Γιατί να προτιμήσουμε τον όρο «νους» και όχι «ψυχή;»
-Δεν θα προσπαθήσω, όπως καταλαβαίνεις, να σε πείσω ότι η ψυχή όντως υπάρχει, αν και είναι κάτι που θα το συζητήσουμε αργότερα. Δεν είναι ώρα να κάνουμε «απολογητική». Θέλω όμως απλώς να αντιληφθείς ότι  ο πατερικός «νους» αναφέρεται σε μια υπαρκτή πραγματικότητα, που αν δεχτούμε ότι υπάρχει, εξηγεί τελείως «ορθολογικά» πολλές άλλες επιμέρους πραγματικότητες. Τι είναι «ορθολογική» πραγματικότητα και τι «ανορθόλογο»; Γνωρίζεις, πιστεύω, το κίνημα του Διαφωτισμού. «Ορθολογικό» είναι για τους διαφωτιστές ό,τι δεν είναι μυθικό, μυστικιστικό, μυστηριακό… Ο νους λοιπόν μπορεί να θεωρηθεί μια ρεαλιστική, μη μεταφυσική πραγματικότητα. Δεν είναι, όπως λέμε, ένα «υπερβατικό» στοιχείο.
-Ο Διαφωτισμός θεωρείται εν πολλοίς η βάση της σύγχρονης σκέψης… Υπάρχουν σήμερα πολλοί που δίνουν μάχες υπέρ αυτού, τον θεωρούν μάλιστα ως το θεμέλιο της σημερινής πολιτικοκοινωνικής κατάστασης.
-Από μια άποψη είναι όντως ένα σημαντικό κίνημα, γιατί επιτέθηκε στη «μεταφυσική». Κατά μερικούς μεγάλους θεολόγους, η Ορθοδοξία, παραδόξως, δεν είναι μεταφυσική, αλλά «εμπειρική επιστήμη». Αυτό ισχύει αρκετά και για ό,τι αφορά τον «νου». Ο πατερικός νους, όμως, δεν ταυτίζεται ακριβώς μήτε με τη «συνείδηση» των αναλυτικών φιλοσόφων, η οποία και αποτελεί προϊόν του, μήτε όμως και με  τη «ψυχή». Είναι το αντιληπτικό όργανο της τελευταίας.
-Ίσως ο «νους», αν μπορώ να καταλάβω σωστά, και συμμεριζόμενος εν μέρει τα όσα λέγει η αναλυτική φιλοσοφία, είναι πράγματι άλλη μια ονομασία για ό,τι λέμε σήμερα «συνείδηση», η οποία αποτελεί αντικείμενο έρευνας της σύγχρονης επιστήμης, για την ακρίβεια πολλών επιστημών. Η ψυχολογία, αλλά ακόμη  περισσότερο η νευροεπιστήμη, η βιολογία γενικότερα, προσπαθούν να κατανοήσουν τους μηχανισμούς της και να την ερμηνεύσουν. Τα γνωρίζω αυτά.
-Η δυτική φιλοσοφία, γενικότερα σκέψη, κατάντησε να ταυτίζει τις δύο έννοιες, γιατί δεν διαθέτει απολύτως καμιά άλλη προϋπόθεση για να σκεφθεί διαφορετικά επί του θέματος. Χωρίς να θέλω να σε μπερδέψω, αρκούμαι να σου πω ότι υπεύθυνος αυτής της σύγχυσης υπήρξε εν μέρει ο Ντεκάρτ, Γάλλος φιλόσοφος, που ταύτισε την σκέψη με την ύπαρξη. «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω». Έχει όμως δίκιο; Ας προσπαθήσουμε να δούμε.
-Γνωρίζω τον Ντεκάρτ. Είναι ένα από τα σημαντικά γαλλικά ονόματα, όπως λέμε Πασκάλ, Ρουσώ κλπ.
-Ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ευθύνεται όμως για πολλές παρανοήσεις. Ας δώσω όμως κάποια ενδεικτικά παραδείγματα για να καταλάβεις την διαφορά μεταξύ νου και συνείδησης. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος κοιμάται, οπότε και δεν έχει καμία «συνείδηση» κανενός πράγματος γύρω του, μήτε καν του εαυτού του. Ωστόσο, όπως μας διδάσκει σήμερα η Ψυχανάλυση, η πνευματική του υπόσταση εργάζεται πυρετωδώς, προσπαθώντας π.χ. με τα όνειρα να επεξεργαστεί όλα τα βιώματα της ημέρας, να τα βάλει σε τάξη, να εξεύρει πιθανές  λύσεις σε προβλήματα δόμησης της προσωπικότητάς του. Τελικά, ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου, επιχειρεί κανείς να ανασυγκροτήσει τον εαυτό του σε νέα βάση , προετοιμαζόμενος για  το αύριο . Τα όνειρα άλλωστε, όπως πρώτος παρατήρησε ο Φρόυντ, δομούνται με την μορφή περίπλοκων αφηγηματικών πράξεων, ενώ γίνεται και άφθονη χρήση συμβόλων. Σε αυτή την περίπτωση ποιος είναι αυτός που «εργάζεται» πυρετωδώς;
-Η ψυχή μήπως; Το λέω χωρίς να το πολυπιστεύω…
-Μπορεί κάποιος να πει η «ψυχή», αλλά, αν  αποφύγουμε να προσδώσουμε στον όρο «μεταφυσική» σημασία, τότε τι ακριβώς εννοούμε; Τι εννοούμε επίσης όταν λέμε και κάτι ακόμη πιο απλό, όπως πχ «η ‘‘ψυχή’’ μου αισθάνεται χαρά»;
-Ψάχνουμε πάντα μια κάποια ορθολογική σημασία της ψυχικής πραγματικότητας, που είναι υπαρκτή και την ώρα της εγρήγορσης και την ώρα του ύπνου. Βρίσκομαι σε αμηχανία.
-Ας αναφέρω και άλλο παράδειγμα: σκέψου ότι  κάποιος δίνει μια μικρή χρηματική ενίσχυση σε ένα ζητιάνο και αισθάνεται χαρά, γιατί η «συνείδησή»  του «γνωρίζει» ότι έκανε μια «καλή» πράξη. Ωστόσο, είναι δυνατόν ο βαθύς εαυτός ανομολόγητα να γνωρίζει ότι η βοήθεια δόθηκε μόνο και μόνο γιατί είχε ανάγκη ο δρων να εξυψώσει τον εαυτό του στα ίδια του τα μάτια, να αισθανθεί δηλαδή «καλός» άνθρωπος. Ειδικά, μάλιστα, αν  έχουν ενσταλάξει από νωρίς σε κάποιον οι γονείς του καθηκοντολογική συνείδηση, γίνεται  «φιλάνθρωπος» καταναγκαστικά. Σε αυτή την περίπτωση ο βαθύς εαυτός καταλαβαίνει το ψέμα, άρα κατανοεί κάτι που δεν γνωρίζει  η «συνείδηση». Ποιος είναι και πάλι που τα εννοεί όλα αυτά;
-Μήπως το ασυνείδητο; Ιδού η απάντηση…
-Είναι ένας όρος χρησιμοποιημένος κατά κόρον σήμερα από τους ψυχολόγους, αλλά και από το ευρύ κοινό, που αφομοίωσε κάπως εκλαϊκευμένα την ορολογία του Φρόυντ… Και όμως ο «αυτονόητος» αυτός όρος δημιουργεί πάμπολλα προβλήματα στους φιλοσόφους. Πώς γίνεται δηλαδή να υπάρχει κάτι «ψυχικό»,  το ασυνείδητο, το οποίο δεν εμφανίζεται καθόλου υπό τη μορφή ενός ψυχικού γεγονότος; Υπάρχει η «χαρά», γιατί την αισθανόμαστε… Το ίδιο και η αγωνία… Υπό ποία έννοια «υπάρχει» όμως το ασυνείδητο, που για να το πω απλά, υφίσταται μόνο στο βαθμό που δεν μπορεί να καταστεί έκδηλο ψυχικό γεγονός, να το «αισθανθεί» δηλαδή κάποιος, να το «νιώσει»; Και πού τέλος πάντων εμφωλεύει, εφόσον δεν μπορεί ούτε ο φορέας του να έχει κάποια «άμεση» θέα αυτού; Ξέρεις από «άμεση» γνώση ότι έχεις πονόδοντο, γιατί έχεις, όπως λέμε στη φιλοσοφία, εμπειρία «πρώτου προσώπου» περί αυτού. Επειδή όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο με το ασυνείδητο, δεν είναι παράξενο, που αρκετοί φιλόσοφοι αρνούνται τελικά ότι υπάρχει αυτή η μυστηριώδης οντότητα. Ο πρώτος που τα έβαλε μαζί του ήταν ο περίφημος Βιτγκενστάιν.
-Ίσως είναι κάτι σαν «κυτταρική μνήμη». Τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
-Τότε όμως είναι βιολογικό γεγονός, όχι ψυχικό. Σε κούρασα. Το γνωρίζω. Να όμως και άλλο ένα παράδειγμα, που μας δείχνει τη δυναμική της ψυχικής ζωής: μπορεί λοιπόν κάποιος να καταγίνεται με το άναμμα ξύλων στο τζάκι, οπότε και η «προσοχή» του είναι φαινομενικά στραμμένη σε αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο, πιο βαθιά, ακριβώς ο «νους» του, ο βαθύς εαυτός δουλεύει ένα μαθηματικό πρόβλημα, και να που ξαφνικά βρίσκει τη λύση, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περίμενε. Ο όρος «συνείδηση» καταδεικνύεται ανεπαρκής και πάλι για να περιγράψει τον ψυχικό κόσμο.
-Νόμιζα ότι το ασυνείδητο εξηγεί όλα τούτα τα φαινόμενα. Δίχως αυτό, δεν ξέρω ποια εξήγηση να δώσω …
 -Πολλοί φιλόσοφοι δικαίως όμως αμφιβάλλουν ότι υπάρχει. Το «δικαίως» εδώ σημαίνει ότι η Φιλοσοφία βοηθά στον διάλογο μεταξύ των επιστημών, υποβάλλοντας σε κριτική βάσανο τις αρχές της ίδιας της επιστήμης, προκειμένου να επισημάνει τυχόν ανακολουθίες, μερικότητες, προβλήματα μεθόδου κ.λπ. Δεν θα ήθελα όμως εδώ, παρά τις όποιες ενστάσεις, να αρνηθώ ότι όντως υπάρχει το ασυνείδητο. Οι καλύτεροι ορθόδοξοι θεολόγοι το αποδέχονται. Ας το πάρουμε λοιπόν  ως δεδομένο, ας μην λοξοδρομούμε τόσο πολύ. Πρέπει ωστόσο να είσαι προετοιμασμένος και για το εξής: ορισμένοι φιλόσοφοι, για να περισώσουν τις θεωρίες τους, αρνούνται ολόκληρους επιστημονικούς κλάδους, όπως την ψυχανάλυση, και  ό,τι καλό έχει αυτή κομίσει. Εν προκειμένω,  αρνούμενοι να παραδεχτούν ότι μπορεί στ’ αλήθεια να υπάρχει «ασυνείδητο», ή γενικά «βαθύτερος εαυτός», κάποιοι πιστεύουν ότι δεν θα αναγκαστούν τελικά να παραδεχτούν ότι υπάρχει και ψυχή. Ο Βιτγκενστάιν όμως δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.
-Ας πάμε στους Πατέρες της Εκκλησίας. Πώς ορίζει η βυζαντινή σκέψη τον νου; Και ομολογώ ότι με εκπλήσσει και μόνο που χρησιμοποιώ τον όρο «βυζαντινή σκέψη»… Πίστευα ότι το Βυζάντιο είναι, όπως λέμε, σκοταδιστικό.
-Μεγάλη προκατάληψη. Θα σου αναφέρω σύντομα, αφού το επιθυμείς, τα διδάγματα του αγίου Γρηγορίου Νύσσης για τον «νου», τα οποία ασπάζεται πλήρως και ο άγιος Μάξιμος. Αυτά είναι τα εξής: ο νους αρχικά είναι «όργανο» της ψυχής, μήτε σκέψη μήτε δραστηριότητα. Είναι αυτός που σκέπτεται, όπως το μάτι είναι που «βλέπει» ή το αυτί που ακούει. Δεν είναι δυνατόν βέβαια,  θα ερμηνεύαμε σήμερα, να σκέπτονται τα ίδια τα κύτταρα, ούτε παράγονται στον εγκέφαλο αποσπασματικές σκέψεις, που κατόπιν μεταξύ τους συναρθρώνονται κάπως τεχνητά, κάπως βεβιασμένα, σε ένα σύνολο. Ο νους μπορεί επίσης να μένει ανενεργός και να μην δίνει στον εαυτό του καμία δραστηριότητα, όπως π.χ. αν σκεφτεί κανείς «είναι ώρα να ξεκουραστώ, ας μη συλλογιστώ πια τίποτε». Ούτε υπάρχει καμία θεωρητική ωφέλεια από το να ερμηνεύσουμε κάτι τέτοιο ως «ανώτερης τάξης σκέψη», που ελέγχει υπολογιστικά-προγραμματιστικά άλλες σκέψεις. Ας αφήσουμε κατά μέρος άλλωστε και το ίδιο το πρόβλημα ότι, ενώ είναι εύκολο να συλλάβουμε τη «χαρά» ως ψυχικό γεγονός, δεν είναι το ίδιο εύκολο να θεωρηθεί η λογική διαδικασία «σκέψη» επίσης ψυχικό γεγονός, «βίωμα». Και όμως σαφώς είναι.
-Δηλαδή, δεν είναι ποτέ δυνατόν να αισθανθεί κάποιος τη σκέψη του, όπως π.χ. αισθάνεται τη χαρά. Αυτό θες να πεις.
-Σαφώς. Ας περιγράψουμε ακόμη περισσότερο το νου. Όταν αυτός αποφασίζει να ξεκουραστεί, η απόφαση αυτή γίνεται αντιληπτή ψυχοδυναμικά ως «νωθρότητα», «ραστώνη», πράγμα που δεν είναι για τη βυζαντινή θεολογία καθόλου συναίσθημα, αλλά «νοερή κατάσταση». Όταν πάλι ο νους  αποφασίζει να ασχοληθεί με κάτι, περισσότερο ή λιγότερο έντονα (π.χ. να εμπλακεί σε μια συζήτηση, να λύσει ένα μαθηματικό πρόβλημα), τότε συγκεντρώνεται, περισσότερο ή λιγότερο, σε αυτό, αφήνοντας όλο τον άλλο κόσμο γύρω του να υπάρχει τρόπον τινά ως «περιθώριο» ∙ ή επίσης μπορεί να επιδίδεται συγχρόνως σε πολλές δραστηριότητες. Π.χ. κάποιος δύναται να ακούει Μότσαρτ ενώ ταυτόχρονα να  προσέχει μήπως ο ασθενής στο διπλανό δωμάτιο ζητήσει κάτι κ.λπ. Ο νους, λοιπόν, είναι πέρα για πέρα υπαρκτός και αποτελεί όργανο του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, όπως όργανο του σώματος είναι το συκώτι ή η καρδιά.
-Μα δεν είναι ο νους μεταφυσική κατηγορία, αν οριστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο; Και γενικώς ξέρω ότι πρέπει να αποφεύγουμε τη μεταφυσική.
- Αυτός ο ισχυρισμός είναι πέρα για πέρα λαθεμένος. Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν υπάρχει τίποτε το μεταφυσικό ή το ανορθόλογο, όπως ήδη είπαμε, στο να πιστέψει κανείς ότι ο άνθρωπος διαθέτει ένα τέτοιο πνευματικό όργανο για να οργανώνει τον ψυχικό εαυτό του. Γιατί, το να αφήνουμε παντελώς ανεξήγητη τη δομή της ψυχικής ζωής, χωρίς να μπορούμε να ερμηνεύσουμε τι είναι η «συνείδηση», τι το «ασυνείδητο», από πού τέλος πάντων αυτό το τελευταίο γεννιέται, και πώς γίνεται κατά την καθημερινή ζωή να αλλάζουμε ένα σωρό αποχρώσεις «πνευματικής» αντιμετώπισης και πρόσληψης του κόσμου, όλο αυτό καταντά μυστικιστικό. Σημειωτέον, οι καταστάσεις που περιγράψαμε λίγο πριν είναι εντελώς ρεαλιστικές πραγματικότητες, που αντιστοιχούν σε κάτι που κυριολεκτικά υπάρχει. Δεν είναι όλα αυτά φανταστικά «qualia», όπως π.χ. νομίζει ο φιλόσοφος Dawkings, για να περισώσει τον χονδροειδή υλισμό του.
-Τι εννοείς με αυτό τον όρο, τα «qualia»; 
-Πολύ απλά, ο Dawkings και οι ομοϊδεάτες του πιστεύουν ότι πράγματα όπως «πόνος», «λύπη», «οκνηρία», «χαρά» κλπ -αυτά όλα λέγονται «qualia»-, οι «άυλες» δηλαδή ψυχικές καταστάσεις, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, γιατί το να αποδεχτούμε κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το να παραδεχτούμε επίσης και την ύπαρξη της ψυχής. Μια μέρα η επιστήμη θα καταφέρει, μας υπόσχονται, να μας απαλλάξει από αυτές τις επικίνδυνες έννοιες!
-Είναι ανόητο. Αρνούνται το προφανές…
-Σε προϊδέασα για αυτό. Επιπλέον, για να αντιμετωπίσω την ένστασή σου ότι ο πατερικός νους είναι μια μυστικιστική κατηγορία, θα μπορούσα να σε ρωτήσω το εξής: είναι ο όρος άραγε «συνείδηση», που εξ ορισμού νοείται βέβαια ως κάτι άυλο, και αυτός μυστικιστικός; Αν όχι, γιατί να είναι ο «νους»; Τι είναι το «ασυνείδητο»; Μήτε αυτό είναι υλική πραγματικότητα, ούτε καν «ψυχική», με την συμβατική έννοια. Αν το ασυνείδητο είναι τελικά κάτι περισσότερο από  μια καταχρηστική γενίκευση μεμονωμένων συμβάντων -πράγμα απαράδεκτο για την επιστήμη της Ψυχανάλυσης-, τότε βέβαια και ο νους υπάρχει πραγματικά, είναι αληθινό «όργανο». Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης απομακρύνθηκε, θα πρέπει να σου πω, ιδιαίτερα πολύ από προγενέστερες νεοπλατωνικές θεωρήσεις, ακόμη και πρώιμων χριστιανών στοχαστών. Μελέτησε τις ψυχικές δυνάμεις καθαυτές, με μια  αριστοτελική -ας πούμε με τα σημερινά δεδομένα επιστημονική- εμπειρική ανάλυση, και περιέγραψε τον τρόπο που ο συγκεκριμένος άνθρωπος στοχάζεται, αναλογίζεται, ενεργεί κ.λπ. Μιλά για τον νου καθαρά ρεαλιστικά, όπως μιλάμε σήμερα για την «συνείδηση».   Εναντιούμενος στον Νεοπλατωνισμό, ο Γρηγόριος πίστευε ότι η ψυχή δεν έχει καμία δύναμη να σώσει μόνη της τον εαυτό της, αλλά, μολονότι πράγματι υπάρχει και έχει το δικό της «φως», σώζεται μόνο όταν ο άνθρωπος μετέχει στα Μυστήρια της Εκκλησίας, το βάπτισμα και την Ευχαριστία. Η ψυχή είναι κτίσμα.
-Δεν έδωσε λοιπόν μυστικιστική ερμηνεία της ψυχής…
-Εξάλλου, ούτε καν  πίστευε, όπως περίπου αργότερα οι Σχολαστικοί, ότι η «ουσία» του Θεού ήταν «πνεύμα», με την πλωτινική έννοια. Ο Θεός είναι και υπέρ αυτό το φιλοσοφικό «πνεύμα». Προχώρησε λοιπόν σε μια  αποκάθαρση της διδασκαλίας του Πλωτίνου, μα και του  Ωριγένη, περι νοός. Τον πόλεμο που άνοιξε με τον νεοπλατωνισμό τον συνέχισε ακριβώς ο άγιος Μάξιμος, παρόλο που οι Πατέρες της Εκκλησίας αξιοποίησαν και κάποια νεοπλατωνικά στοιχεία, γιατί ήταν χρήσιμα στον αγώνα τους κατά του Γνωστικισμού. Αυτά όμως δεν μας ενδιαφέρουν εδώ.
-Γνωρίζω ότι οι Έλληνες Πατέρες δανείστηκαν αρκετά από τον Αριστοτέλη… Σε τι όμως ο νους υποβοηθηθεί την όλη ανάλυση και είναι τόσο χρήσιμος θεολογικά αλλά και «ορθολογικά», όπως έχεις ήδη πει;
-Λοιπόν, ο Ομολογητής  πιστεύει ότι υπάρχει πράγματι ο νους, φυσική κίνηση του οποίου είναι η νόηση, που εργάζεται διά μέσου της λογικής δύναμης, και τελικά, ως έσχατη ενέργεια αυτής στα πλαίσια του φυσικού κόσμου, επιτυγχάνεται το νόημα. Ο «νους» υφίσταται ως ανώτερο όργανο, που, όποτε θέλει, μπορεί  να εργάζεται περισσότερο ή λιγότερο. Μπορεί ο νους σου, όπως είπαμε, κάποια στιγμή να «ρεμβάζει», να «αναπολεί», να στέκει «νωθρός» κ.ο.κ. Ωστόσο, όταν αποφασίσει να εργαστεί, κάνει τότε ό,τι του είναι φυσικό, δηλαδή αρχίζει να «νοεί», με την έννοια που, όταν τα πόδια μας αρχίζουν να περπατούν, τότε ακριβώς κάνουν αυτό για το οποίο είναι πλασμένα. Όταν ο νους «νοεί», ξεκινά η όλη διαδικασία της «νόησης». Και η προσευχή, για τους ασκητές πατέρες, είναι νοερή ενέργεια. Θα πρέπει εδώ να προσέξουμε το εξής: Το απώτερο, βαθύτερο, έσχατο έργο του νου δεν είναι η νόηση αλλά η επιστροφή, δηλαδή η σύνδεση της κτιστής ψυχής με τον Άκτιστο Κύριο. Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός της προσευχής. Πραγματικά είναι θαυμαστό το ότι στην ελληνική γλώσσα ο νους ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα νέομαι που σημαίνει επιστρέφω, γυρίζω και  παράλληλα σώζω, φυλάσσω. Ο νους σώζει την ψυχή γιατί την επιστρέφει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ό,τι είναι για το σώμα η ψυχή, είναι κατά κάποιο τρόπο για την ψυχή ο νους- αν και ο νους  είναι όργανο της  ψυχής. Ο νους βαθιά βαθιά είναι και ένα καρδιακό γεγονός. Είναι ο τόπος που δεξιώνεται τη θεία αγάπη.  Αυτό δήλωναν οι Πατέρες όταν μιλούσαν για τον «ἐν τῇ καρδίᾳ νοῦ».  Όπως το σώμα νεκρώνεται δίχως ψυχή,  έτσι και η ψυχή νεκρώνεται δίχως νου.  Είναι αυτό πού λέμε για όσους χάνουν τον οντολογικό προσανατολισμό τους: «ζωντανοί νεκροί» ή εκείνο που καταδείκνυε ο Χριστός όταν έλεγε: «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς»  (Ματθ. 8,22). Μπορούμε, δηλαδή, σχηματικά να αντιληφθούμε τον νου σαν την ψυχή της ψυχής μας, σαν το βαθύτερο θείο εαυτό που η θεία πρόνοια έθεσε μέσα μας για να μας φυλάττει επιστρέφοντάς μας- μαζί με ό,τι στην πατερική θεολογία λέγεται «καρδιά». Θα μπορούσαμε με αυτό το πρίσμα να συλλάβουμε τη νόηση ως αφετηρία όχι γνώσης, αλλά επιστροφής. Έναν αφετηριακό  τόπο που υφίσταται και λειτουργεί με πιο μυστηριακούς τρόπους ακόμη και στα άτομα με νοητική στέρηση.   
-Μα η νόηση δεν είναι μια ακόμη αφηρημένη λέξη για να περιγράψει μάλλον καταχρηστικά και περιοριστικά, από όσα άρχισα μόλις να αντιλαμβάνομαι, την ικανότητά μας απλώς να κάνουμε σκέψεις; Υπάρχει όντως κυριολεκτικά «νόηση»;
- Η νόηση είναι λειτουργία του νου. Όχι η μόνη. Μια άλλη λειτουργία, νοερή μεν αλλά κατεξοχήν βαθιά, που υπογραμμίζεται από το  «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι», είναι η ταπείνωση, δηλαδή, το αποφατικό άνοιγμα του νου. Διότι η ταπείνωση δεν είναι μια ψυχολογική διεργασία, αλλά μια κίνηση, μια μετάθεση του νου της ψυχής προς τον νου του Θεού.
Το σημαντικό είναι όμως να καταλάβεις ότι ο «νους» υπάρχει ακόμη και όταν το άτομο δεν προβαίνει στην διαδικασία της «νόησης», γιατί τα όργανα δεν εξαφανίζονται όταν κάποια στιγμή αναστέλλουν την λειτουργία τους. Υπάρχουν π.χ. ζώα των οποίων ορισμένα φυσικά όργανα του σώματος, ακόμη και η καρδιά, παύουν να λειτουργούν για ένα διάστημα, υπό ακραίες βέβαια συνθήκες, συνήθως για λόγους αυτοπροστασίας. Αυτό δεν σημαίνει ασφαλώς ότι εξαφανίζονται, γιατί λίγο μετά επαναλειτουργούν κανονικά. Αυτό ακριβώς γίνεται και με το νου. Μπορεί να εργάζεται, περισσότερο ή λιγότερο ή και καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται. Κάποια στιγμή προσευχόμαστε, για παράδειγμα, πιο έντονα, άλλες φορές όχι τόσο, και άλλες φορές «ρεμβάζουμε».
-Περιπίπτουμε σε μια κατάσταση, όντως, ρεμβασμού, νωθρότητας κ.λπ.
-Έτσι είναι. Αυτό που λέμε τώρα «συνείδηση» είναι στην πραγματικότητα μια διαδικασία του νου, η οποία βαθαίνει όσο βαθαίνει και φωτίζεται  η αντιληπτική και μεθεκτική λειτουργία του νου. Για την ακρίβεια, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, ο νους έχει «δύναμη θεωρίας», πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να «αδράχνει» το αντικείμενό του και όχι απλώς να συλλογίζεται. Να προσεγγίζει, δηλαδή, μεθεκτικά τον λόγο του.  Παράδειγμα: φαντάσου, ως επιστήμων που είσαι, κάποιον συνάδελφό σου, κάποιον π.χ. μαθηματικό, που προσπαθεί να λύσει ένα γεωμετρικό πρόβλημα, στο οποίο εμπλέκεται κάποιο τρίγωνο. Ακόμη δεν έχει αρχίσει  να «συλλογίζεται», γιατί ακριβώς παρατηρεί το σχήμα, το περιεργάζεται, για την ακρίβεια το «θεωρεί», χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμη από πού να ξεκινήσει κάποιο συγκεκριμένο συλλογισμό. Το αρχικό αυτό διάστημα του «θεωρείν» δεν αποτελεί, όπως θα νόμιζαν πολλοί αναλυτικοί φιλόσοφοι, απλό «βλέπειν», γιατί το ίδιο σχήμα μπορούν κάλλιστα να το δουν και χίλιοι δυο άλλοι άσχετοι με τη γεωμετρία, χωρίς η ματιά τους να μοιάζει σε τίποτε με αυτή του μαθηματικού. Ούτε επίσης πρόκειται για ένα είδος υποτυπώδους συλλογισμού, πριν αρχίσει η έντονη διεργασία του νου. Όχι. Θα προστρέξουμε εδώ στη Φαινομενολογία, τη μόνη φιλοσοφική σχολή που έχει καταλάβει αυτά τα προβλήματα. Σου συνιστώ να μελετήσεις λίγο τις θεμελιώδεις έννοιες αυτής της σχόλης, και ο ίδιος μάλιστα ο Χάιντεγκερ είναι σε μεγάλο βαθμό φαινομενολόγος. Η Φαινομενολογία λοιπόν έχει εδώ δίκιο: πρόκειται ακριβώς για «θεωρείν».
-Μιλά για κάτι τέτοιο;
-Ναι, λέγει ότι η συνείδηση έχει «προθετικότητα», που θα πει ότι προσδιορίζει έτσι τον εαυτό της ώστε να «συγκεντρώνεται» στον εαυτό της και να κατευθύνεται στο εκάστοτε αντικείμενό της… Σκέψου, στα καθ’ ημάς, κάποιον που είναι απορροφημένος στην ανάγνωση μιας βιβλικής περικοπής. Αν προσέξουμε καλύτερα, θα δούμε ότι όλη αυτή η διαδικασία εμπεριέχει όντως το «θεωρείν». Η φαινομενολογική «προθετικότητα», ελπίζω να μπορείς να το καταλάβεις αυτό, είναι μια πραγματικότητα κατά πολύ ανώτερη του απλού «συλλογίζεσθαι». Όταν ο  Αϊνστάιν «συνέλαβε» τη θεωρία  της σχετικότητας, την συνέλαβε ακριβώς ως «όραμα». Μολονότι αυτή περιλαμβάνει διάφορες επιμέρους αρχές, εξισώσεις κ.λπ., δεν είναι μια απλή συνάθροιση μαθηματικών σπαραγμάτων, αλλά συνιστά ένα ενιαίο όραμα για τον κόσμο, μια «θεωρία». Υπό αυτή τη μορφή και συνελήφθη.
-Ίσως γι’ αυτό ο Αϊνστάιν ξεχωρίζει από τους άλλους επιστήμονες. Ήταν πράγματι ένας οραματιστής. Μου αρέσει να διαβάζω τη βιογραφία του.
-Και τα έργα του επίσης που εξηγούν πώς έφτασε στη σχετικότητα.  Η λογική δύναμη του νου είναι λοιπόν αυτή που «αδράχνει» τις επιμέρους πραγματικότητες του κόσμου, και έτσι γεννιέται η «γνώση», η οποία είναι πάντα γνώση ενός πράγματος, συνειδητού ή έστω ασυνείδητου. Το λογικό γενικά ερευνά, με  την γνωστική του δύναμη, και τελικά συσσωρεύει πληροφορίες. Ωστόσο, ο Μάξιμος  γράφει ότι η «σοφία» είναι ανώτερη από τη γνώση. Το λογικό είναι το όργανο της γνώσης, ο νους της σοφίας. Αν διαβάσουμε τη Βίβλο «λογικά», θα μείνουμε μόνο στα πρώτα φαινόμενα νοήματα…
-Μάλλον σοφία είναι μια πιο έγκυρη γνώση, καλύτερα θεμελιωμένη. Στηρίζεται πάνω σε πιο διαπιστωμένα δεδομένα.
-Ο νους, για να αντιληφθείς καλύτερα τις έννοιες, είναι πάνω και από την ίδια τη λογική, καθώς, όπως γνωρίζουμε όλοι, η πείρα δεν είναι απλή συσσώρευση διανοητικά επεξεργασμένων γνώσεων, που έλαβαν μια σχετική καταληκτική μορφή, αλλά κάτι πολύ περισσότερο. Αυτό το «κάτι παραπάνω», που είναι αδύνατον να μεταμορφωθεί, όπως πολύ ωραία αποδεικνύει ο χαϊντεγκεριανός φιλόσοφος Χ. Ντρέιφους, σε ρητή πληροφορία, δεν  είναι απλό «αντανακλαστικό», αλλά πραγματική «σοφία». Για να το διατυπώσω απλούστερα, η πείρα δεν είναι γνωσιολογική πληροφορία αλλά βιωματική μαθητεία και η σοφία προέρχεται από τη μεθεκτική, δηλαδή εμπειρική, γνωστική και αποκαλυπτική προσοικείωση της αλήθειας. Για αυτό και η σοφία είναι ανώτερη της γνώσης. Όχι όμως ανώτερη της χάρης, διότι η χάρη προϋποθέτει την μετάθεση του νου στην ειρήνη της θείας πληρότητας, στον Θεό της ειρήνης. Η χάρη δεν είναι ανώτερη νόηση αλλά επίσκεψη Θεού και φωτισμός του νου.  Προσθέτει ο Μάξιμος, ο νους ζητεί, το λογικό ερευνά. Προσευχόμενοι, πάνω από όλα ζητούμε. Ζητούμε την χάρη, τον φωτισμό του νου.
-Το να ζητείς σημαίνει νομίζω κάτι πιο συναισθηματικό. Σημαίνει να έχεις πόθο για κάτι… Να παλεύεις να το βρεις.
-Αυτό είναι σωστό, σκέψου το όμως καλύτερα υπό τους όρους της ίδιας της Φαινομενολογίας. Όταν ο μαθηματικός καταπιάνεται με ένα μαθηματικό πρόβλημα, έχει «έφεση», «νοερό» και όχι συναισθηματικό πόθο, να το επιλύσει. Στρέφεται προς το πρόβλημα με αυτό ακριβώς που ονομάζει η Φαινομενολογία, «προθετικότητα», για το οποίο μόλις μιλήσαμε. Το παράξενο όμως είναι -εδώ βρίσκεται όλη η ουσία αυτής της Σχολής- ότι αυτός ο διάπυρος πόθος δεν αποτελεί συναίσθημα, αλλά μέρος  του ίδιου του «νοείν». Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, που τα έχει αντιληφθεί όλα αυτά αρκετά πιο νωρίς, γράφει κάπου ότι στα Έσχατα το επιθυμητικό της ψυχής θα εξαφανιστεί, και θα μείνει μόνο ο φλογερός πόθος του «νου», δηλαδή η ίδια η αγάπη. Για αυτό συνειδητοποιεί  πως «ο νους αγαπά». Αγάπη  είναι η συνεκτική δύναμη που μπορεί και «θεωρεί» τον Θεό, συνενώνοντας έτσι θαυμαστά «νοείν» και ηθικό στοιχείο. 
-Δεν είναι συναίσθημα η αγάπη;  Εξακολουθώ να βλέπω τον πόθο του νου ως συναίσθημα… Είναι κάτι άλλο;
-Εδώ έγκειται η πρωτοτυπία της βυζαντινής σκέψης, που πάει βήματα παραπέρα σε σχέση και με τους Φαινομενολόγους. Πολλά ψυχικά θέματα κατανοούνται καλύτερα υπό αυτή την οπτική. Μπορούμε όμως να πάμε πίσω στην αρχαία Ελλάδα, και σε αυτά που γράφει ο Πλάτων, για τον έρωτα της αλήθειας. Λοιπόν, γιατί αγαπά κανείς τόσο σφοδρά την αλήθεια; Είναι απλώς συναισθηματική η όλη επιθυμία μας, που θα πει ότι την αγαπάμε όπως π.χ. λαχταράμε ένα φαγητό; Πρόσεξε εδώ την διαφορά  στις σημασίες του ρήματος «αγαπώ». Πότε σημαίνει μια απλή υλική ευχαρίστηση ή έστω μια λεπτή πνευματική απόλαυση, και πότε μια διάνοιξη σε κάτι ευρύτερο, σε κάτι που έχει για μας, όπως λέμε, «οντολογική» σημασία. Δεν μπορούμε να υποβιβάζουμε τα πάντα σε συναίσθημα, αυτό είναι ένα λάθος της σύγχρονης σκέψης… Η αγάπη για την προσευχή, τον ίδιο τον Κύριο, είναι καρδιακό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα αγγίζει βαθιά και την πραγματικότητα που λέγεται «νους». Η αγάπη είναι η πραγματική ατμόσφαιρα του νου. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο Θεός είναι αγάπη.
-Η αγάπη για την αλήθεια σημαίνει πάντα υψηλό ήθος, και ας είναι συναίσθημα… Αυτό είναι παράδοξο.
-Και ανερμήνευτο μαζί. Ο έρωτας για την αλήθεια, δεν είναι απλώς ηθική αλλά οντολογική ποιότητα, είναι «νοερή» πραγματικότητα. Επιπλέον, σκέψου ότι η ζητητική δύναμη του «νου», η προθετικότητα, είναι που τον επιστρέφει, που τον κάνει σώνει και καλά να στρέφεται προς την αιτία των όντων. Γνωρίζεις τον Λακάν…
-Είναι κάπως γνωστός από την φιλοσοφία του περί γλώσσας… Έχει δώσει ώθηση στον μεταμοντερνισμό. Ήταν διαφορετικός από τον Φρόυντ, με την θεωρία του οποίου όλοι βέβαια είμαστε εξοικειωμένοι καλύτερα.
-Από μια άποψη, ο Λακάν είναι «μεταμοντέρνος». Έχει όμως καταπληκτικές αναλογίες και με την βυζαντινή σκέψη, εν προκειμένω τον άγιο Μάξιμο. Γράφει λοιπόν και αυτός ότι ο άνθρωπος είναι ολόκληρος μια ζήτηση, μια φορά, αλλά όχι τόσο συναισθηματική, όσο «νοερή». Φορά για το άπειρο. Θα το καταλάβεις αυτό γιατί μεταξύ των άλλων ισχυρίζεται ότι, ακόμη και όταν το λογικό ανακαλύψει τη λύση ενός προβλήματος με το οποίο έχει σφοδρά καταπιαστεί, ο νους, εξ ορισμού ακόρεστος, συνεχίζει την πορεία του για αλλού. Και αυτό γιατί φύση του είναι να ζητεί, χωρίς να σταματά πουθενά –μέχρις ότου βρει το Απόλυτο. Γι’ αυτό και στον Λακάν ο άνθρωπος δεν αναπαύεται ποτέ.
-Είναι το λεγόμενο ανικανοποίητο του ανθρώπου… Που μας βασανίζει νομίζω πολύ.
-Ο νους, επίσης, στο μεγάλο ζητητικό ταξίδι του, όταν κάποτε  το λογικό διανύσει και εξαντλήσει την όλη πορεία του, συμβαίνει να φτάνει σε μια έσχατη ενατένιση του κόσμου. Όμοια θα λέγαμε με αυτή του Αϊνστάιν όταν ανακάλυψε την σχετικότητα. Τότε όμως μπορεί να καταλάβει ο άνθρωπος ότι η διάνοιά του ολοκλήρωσε απλώς την πορεία της, εξάντλησε τις ικανότητές της. Η ουσία των όντων δυστυχώς δεν μπορεί να διανοητικοποιηθεί περαιτέρω, μένει από ένα σημείο και πέρα άπιαστη, ασύλληπτη . Αυτό το αισθάνεται μάλλον καλύτερα η κβαντική φυσική, που οδηγεί συχνά σε έναν περίεργο αυτοπεριορισμό του διανοητικού στοιχείου – δεν μιλάμε εδώ για μυστικισμό, καθώς όλα αυτά λαμβάνουν και τη μορφή εξισώσεων. Φτάνει τότε κανείς στο σημείο που εν-«νοεί», όπως λέγει ο π.  Σωφρόνιος, ένας υπέροχος ασκητής, μαθητής του αγίου Σιλουανού του Άθω, ότι ο κόσμος είναι πολύπλοκος και ταυτόχρονα αντιφατικός. Ο στοχαζόμενος μπορεί να σταματήσει το ταξίδι του, νομίζοντας ενίοτε ότι ανακάλυψε το παν, αλλά μπορεί, το πιο πιθανόν, να αντιληφθεί ότι μετά τα όντα αρχίζει το Άπειρο, δηλαδή το  Ιερό, ο  Θεός. Αλλά ας περάσουμε στον ίδιο τον Άγιο Μάξιμο.
-Ήταν όλα πολύ πυκνά όσα άκουσα, αλλά κατάλαβα αρκετά πράγματα για τη σύγχρονη φιλοσοφία. Ας περάσουμε τώρα, όπως προτείνεις, στον Ομολογητή, για να κάνουμε και τη σύγκριση. Τι πιστεύει λοιπόν για το νου αυτός ο αγωνιστής της πίστης, όπως μου τον περιέγραψες μια μέρα; Μου είπες ότι του ξερίζωσαν την γλώσσα και του έκοψαν το δεξί χέρι, προς το τέλος της ζωής του.
-Γι’ αυτό και λέγεται «Ομολογητής». Ο  άνθρωπος, κατ’ αυτόν, έχει βαθύτερα μία και μόνο μία «υπαρξιακή» φορά, με την βαθύτερη «νοερή» έννοια της λέξης. Όχι περισσότερες.
-Αυτό θα πει ότι είναι ένα ον, όπως λέμε, με υπαρξιακές αναζητήσεις, που θέτει ερωτήματα για το «ον», για τον Θεό;
-Σωστά. Αλλά κάτι πάνω και από αυτό. «Ο Θεός Λόγος», γράφει κάπου ο άγιος Μάξιμος στη «Φιλοκαλία», «ο οποίος δημιούργησε την ανθρώπινη φύση, δεν έθεσε μέσα της ούτε ηδονή, ούτε οδύνη της αισθήσεως, αλλά κάποια νοερή δύναμη προς ηδονή, με την οποία θα μπορούσε να Τον απολαύσει με τρόπο ανέκφραστο. Αυτή τη δύναμη, δηλαδή τη φυσική επιθυμία του νου προς το Θεό, μόλις έγινε ο πρώτος άνθρωπος, την έδωσε στην αίσθηση και απόκτησε, κατ’ αυτή την πρώτη κίνηση, την ηδονή που ενεργεί πάνω του παρά φύση μέσω της αισθήσεως» . Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα βαθιά βαθιά ο άνθρωπος μπορεί να δώσει τον εαυτό του, την «καρδιά» του, όπως λέμε στη θεολογική γλώσσα, σε ένα και μόνο πράγμα. Όχι σε περισσότερα… Αλλά γι’ αυτό το θέμα, για το «εν ου έστι χρεία», και τα πολλά που λέγει ο Μάξιμος για αυτό, θα μιλήσουμε μια άλλη φορά…
-Το εν ου έστι χρεία!
(ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: Ορισμένα πολύ αντιπροσωπευτικά έργα του αγίου Μαξίμου έχουν περιληφθεί στον Β Τόμο της Φιλοκαλίας. Είναι από τα εκλεκτότερα έργα της πατερικής γραμματείας. Άριστη εισαγωγή στον Ομολογητή αποτελούν τα γραπτά του π. Στανιλοάε, και ιδίως οι εισαγωγές των βιβλίων «Μυσταγωγία» και «Θεολογικά και Φιλοσοφικά Ερωτήματα», που κυκλοφορούν και τα δύο από τις εκδόσεις της «Αποστολικής Διακονίας». Ένα βιβλίο με τίτλο «Θεός Λόγος και Ανθρώπινος Λόγος» του π. Χρυσοστόμου Διονυσιάτη αποτελεί και αυτό λαμπρή έκθεση πολλών επιμέρους διδασκαλιών του αγίου Μαξίμου.)






Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019




Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΙΑ



Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Μέ εἰσηγητές τόν κ. Κουτσούγερα καί τήν κ. Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη καί ἀφορμή τό βιβλίο του Λάκη Προγκίδη «Ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν δρῦν», σᾶς περιμένουμε στήν ἐπόμενη συνάντησή μας μέ θέμα: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΙΑ. Ἡ συνάντηση θά πραγματοποιηθεί τήν Παρασκευή 25 Ἰανουαρίου 2019 στίς 17:30 στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας.


Ὁ κόσμος ὡς φιλία
(Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Λάκη Προγκίδη :
Ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν δρῦν)

Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα 


Κατ’ οἰκονομία Θεοῦ ἀνοίχτηκε, μέσα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Λάκη Προγκίδη «Ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν δρῦν», ἀπόκριση στήν ἐσωτερική ἀγωνία γιά τό τραγικό ἐκτόπισμα τῆς κοινωνίας ἀπό τήν ἀγορά. Ὡστόσο, ὡς ἀντίθεση τό δίπολο κοινωνία-ἀγορά ἀδυνατοῦσε στόν προσδιορισμό τῆς ὑφιστάμενης ἔκπτωσης, μιά πού δίχως ἀναστολές ἔχουμε προσεταιριστεῖ τόν ὅρο κοινωνία τῆς ἀγορᾶς. Ὑποχρεωνόμουν, ἔτσι,  νά ἀτιπαραθέσω τήν ἔννοια τῆς « Εὐχαριστιακῆς Κοινωνίας» πού μέσα ἀπό τή θυσία τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο παρέχει τό πρότυπο γιά κάθε εἶδους κοινωνία. Καί νά πού ἔξω ἀπό τή θύρα τῆς συνειδήσεώς μου ἀπέστειλε ὁ Λάκης Προγκίδης  τήν θεια-Ἀχτίτσα, τήν βασανισμένη ἡρωίδα  τοῦ Παπαδιαμάντη, μέ συστολή αἰδημοσύνης, ὄχι γιά τήν πτωχεία της, ἀλλά γιατί ἀδυνατοῦσε νά «φιλέψει» τόν ἐπισκέπτη της.
 «Μέ ἐντυπωσίασε κάτι πού περνάει ἀπαρατήρητο κάτι πού δέν τό βλέπουμε ἐπειδή τό συναντοῦμε συνέχεια, ἐπειδή τό ἀκοῦμε ἀπό παντοῦ, ἐπειδή τό θεωροῦμε τελείως φυσικό…
Ὅταν λοιπόν αὐτή ἐδῶ ἡ γυναῖκα, ἡ χιλιοταλαιπωρημένη, ἡ χαροκαμένη, ἡ ἄτυχη, ἡ παρατημένη ἀπό τούς συγγενεῖς, ὑποδέχεται τόν παπά, τά πρῶτα λόγια πού ἔρχονται στά χείλη της ἀφοροῦν τό γεγονός ὅτι δέν ὐπάρχει στό σπίτι της τίποτα, μήτε γλυκό, μήτε ρακί γιά νά τόν φιλέψει.
 «Φιλεύω»: ἀπό ποῦ μᾶς ἔρχονται οἱ λέξεις;…Προσοχή: ὄχι «προσφέρω», ὄχι «κερνῶ», ὄχι «τρατάρω» ἀλλά «φιλεύω»…αὐτή ἡ ἔγνοια της πού ξεφεύγει ἀπό τή λογική ἀτμόσφαιρα τῆς δυστυχίας…δέν μᾶς παραξενεύει. Τήν ἐντάσσουμε στή λογική μας τελείως φυσικά. Σάν ἡ  στάση της νά μήν μποροῦσε νά ’ναι διαφορετική. Γιατί; 
Διότι σέ αὐτή τήν ψεύτικη φαινομενικά συμπεριφορά τῆς Σταχομαζώχτρας κρύβεται μιά πραγματικότητα πιό ἀληθινή ἀπό τήν ἀδήριτη πραγματικότητα τῆς φτώχειας: ἡ πραγματικότητα τῆς πολιτισμικῆς μας ταυτότητας.» ( Λ. Προγκίδης).
 Ἄνοιξα τό λεξικό : « Εικάζεται ότι η λέξη φίλος δεν δήλωνε αρχικά συναισθηματική σχέση, αλλά δεσμό μεταξύ μελών της ίδιας κοινωνικής ομάδας, επεκτάθηκε όμως σε σχέσεις αγάπης και αφοσίωσης ( χωρίς ερωτικό περιεχόμενο) μέσω του θεσμού της φιλοξενίας.» (Γ.Μπαμπινιώτης).  Ἡ ἐπόμενη κίνησή μου ἦταν νά κλείσω τό ἐν λόγω βιβλίο τοῦ Προγκίδη  καί μέ κόκκινα στοιχεῖα νά ἀλλάξω τόν τίτλο στό δικό μου ἐξώφυλλο. Μάλιστα , αὐτό ἦταν: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΩΣ ΦΙΛΙΑ καί φιλεύω τήν κρίση σας μέ τή βαρύτητα τῶν παρακάτω ἀποσπασμάτων :

«Γιά τή φιλία μιλάει ὁ Ἀριστοτέλης στά Ἠθικά Νικομάχεια  (VIII,IX). Λέει ὅτι δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ συγκροτημένο κοινωνικό σύνολο ἄν τά μέλη τά ὁποῖα τό  ἀπαρτίζουν δέν ἔχουν ἀναπτύξει μεταξύ τους φιλικούς δεσμούς. Οἱ μορφές ὀργάνωσης μιᾶς κοινωνίας ἔρχονται καί παρέρχονται. Τά πολιτικά συστήματα διαδέχονται τό ἕνα τό ἄλλο. Τό στοιχεῖο ὅμως πού παραμένει ἀκλόνητο, τό στοιχεῖο πού  κατά τρόπο μοναδικό καί ἀντικατάστατο ἐγγυᾶται τή συνοχή καί τή  ζωή τῆς δεδομένης κοινωνίας καί τοῦ  πολιτισμοῦ της εἶναι, ὑπογραμμίζει ὁ φιλόσοφος, ἡ φιλία.
...Στά χρόνια 2005-2010 ζοῦσα στόν Καναδά ( στό Μόντρεαλ). Βρισκόμουν δηλαδή στήν καρδιά τοῦ λεγόμενου πολυπολιτισμικοῦ μοντέλου. Μοντέλο τό ὁποῖο, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, οἰ ἐμπνευστές καί οἱ προπαγανδιστές του ἔχουν βαλθεῖ νά ἐπιβάλλουν μέ ὅλα τά μέσα, ἀκόμα καί μέ τά ὅπλα, σέ ὅλους τούς λαούς τῆς ὑφηλίου.  Στήν πράξη πρόκειται γιά μιά μή κοινωνία. Πρόκειται γιά ἕνα συνονθύλευμα παγιωμένων εἰς τό διηνεκές ἐθνικῶν καί πολιτιστικῶν ταυτοτήτων μέ μόνο δεσμό, ἀπό τά μέσα, τό χρῆμα, καί ἀπό τά ἔξω τόν ὑπερεξοπλισμένο χωροφύλακα.
...Μέ τόν Ἀριστοτέλη καί τόν Παπαδιαμάντη φοιτήσαμε  στό ἴδιο σχολεῑο. Μάθαμε τά ἴδια γράμματα. Καλλιεργηθήκαμε συναισθηματικά καί πνευματικά μέ τό ἴδιο ἦθος. Θά τό ὀνόμαζα, αὐτό τό σχολεῖο, σχολεῖο τοῦ κοινωνικοῦ ἀντιδαρβινισμοῦ.
...Οἱ περισσότερες θεωρίες, ἀνθρωπολογικές, κοινωνικές, ψυχολογικές καί πάει λέγοντας, πού στηρίζονται στήν παραδοχή ὅτι ὁ ἀνθρωπος εἶναι πρῶτα βιολογική μονάδα, μοναχικό ζώο, καί ἔπειτα , σ’ ἕναν δεύτερο χρόνο, κοινωνία, κοινωνική μονάδα, εἶναι ψευδεῖς.... Τά ἀναλυτικά ἐργαλεῖα τῆς σκέψης τους δέν τούς ἐπιτρέπουν νά συλλάβουν καί νά ἐκφράσουν τό  πασίδηλο θαῦμα τῆς φιλίας, τό θαῦμα πού θεμελιώνει τήν ἀνθρώπινη κοινωνία....ὡς τή μοναδικη φυσική, μή συμφεροντολογική ὀντότητα".

-Ἕνας ἄφιλος κόσμος μεθοδευμένα ἐχθρικός ἀρπᾶ, σφετερίζεται, διεκδικεῖ, διαβάλλει καί ἐγκληματεῖ. Πολίτες πού ὁδηγοῦν τό αὐτοκινητό τους πάνω σέ συμπολίτες, βγάζουν μαχαίρι καί βάζουν βόμβες.
Πολιτικά διευθετημένες ἰσορροπίες τρόμου πού ἀναμιγνύουν μεθοδευμένα τά ἐτερόδοξα
προκειμένου νά χειραγωγοῦν ἐχθρότητες ὥστε νά  ἀλληλοεξοντώνουν ὅσους ἐπιθυμοῦν καί νά κουρσεύουν τά  οἰκόπεδα.  Ἀντιθέτως, σέ ὁμόδοξες, ὁμόγλωσσες καί ὁμότροπες κοινωνίες ἀναπτύσσονται εὐκολότερα σχέσεις φιλίας καθώς οἱ πολίτες ἔχουν τό ἵδιο ἀνιληπτικό φίλτρο ἱεράρχησης καί κατανόησης τοῦ κόσμου. Εἶναι κοινωνίες στίς ὁποῖες  ἐπειδή ἡ ἀτομική ψυχή μαθητεύει «νά εἶναι χῶρος ὑποδοχῆς καί δεξίωσης τοῦ ἄλλου, χῶρος φιλικῆς συμβίωσης», μπορεῖ νά συνάψει καί μέ ἀλλόδοξα ἔθνη σχέσεις ὄχι φιλινικίας ἀλλά φιλοκαλίας. Δέν χρησιμοποιῶ τυχαῖα τή λέξη  φιλοκαλία, μιά καί τούτη μᾶς ἀνάγει συνειρμικά  στά ἱερά κείμενα τῆς Φιλοκαλίας πού διευρύνουν την κοινωνία  σε κοινωνία με τον Θεό.-

-Θαῦμα-θαυμάζω. Τί σημαίνει θαυμάζω; Σημαίνει ὅτι δέν μπορῶ μέ σκέψη νά ἐξαντλήσω τό μυστήριο. Σημαίνει ὅτι το ἔργο πού εἶναι μπροστά στα μάτια μου διευρύνει τήν ἀντίληψή μου.-  
"Ἀπό Ὁμήρου ἄρξασθε. Μίλησα πιό πάνω γιά τήν ἀσπίδα τοῦ Ἀχιλλέα καί γιά τή θεμελιώδη σημασία τοῦ ὁμηρικοῦ «θαυμάζειν»...Αὐτό τό πρωταρχικό «θαυμάζειν» εἶναι κάτι σάν σπινθήρας πού θέτει σέ κίνηση τή λειτουργεία τοῦ πνεύματος. Καί δίκαια νομίζω, ἄν δοῦμε τό πράγμα ἀπό τά βάθη τῆς αἰωνιότητας, ὁ ἑλληνικός πολιτισμός μπορεῖ νά συμπυκνωθεῖ σέ τρεῖς μόνο λέξεις: θαυμάζειν ἐστί φιλοσοφία. Ὅμως αὐτό τό ἴδιο τό «θαυμάζειν» σέ τί ἀντιστοιχεῖ; ... Τό ξέρουμε ἀναφέρεται στόν κόσμο ὁ ὁποῖος εἰκονίζεται πάνω στην ἐπιφάνεια τῆς ἀσπίδας (τοῦ Ἀχιλλέα), στό καλλιτεχνικό ἔργο τοῦ Ἡφαίστου. Αὐτό τό ἔργο περιγράφει σέ ἐκατό καί παραπάνω στίχους ὁ ποιητής. Αὐτό τό ἔργο ἀποκαλεῖ θαυμάσιο. Πρόκειται γιά τήν ἀνάγλυφη ἀναπαράσταση τοῦ κόσμου...Βλέπουμε γάμους και πανηγύρια. Βλέπουμε πολέμους καί θανάτους.  Βλέπουμε τή σπορά, τόν τρύγο, παιδιά νά μεγαλώνουν, σκηνές τῆς καθημερινῆς ζωῆς , τόν κόσμο ὁλόκληρο.
Βλέπουμε στό ἐσωτερικό μιᾶς περιορισμένης ἐπιφάνειας, ἑνός πλαισίου, μιά εἰκόνα πού ὀνομάζουμε κόσμο. Τό συγκεκριμένο ἔργο τέχνης ...μπορεῖ νά συγκινήσει... ἐπειδή ὁ καλλιτέχνης κατάφερε νά μεταφέρει στό ἐπιμέρους στοιχεῖο τήν ἀρχή τῆς φιλίας...Ὁλόκληρη ἡ κοινωνία στήν ὁποία ζεῖ ὁ καλλιτέχνης ( συμπεριλαμβανομένων τῶν θεῶν τοῦ Ὀλύμπου, τοῦ ποιητή καί τῶν ἡρώων τοῦ ἔπους) εἶναι κοινωνία φιλική, θεωρεῖ δηλαδή τόν ἑαυτό της κομμάτι τοῦ σύμπαντος κόσμου, ὅπου χάρη ἀκριβῶς στήν ἀρχή τῆς φιλίας βασιλεύουν ἡ τάξη καί ἡ ἁρμονία...Ὅπου τούτη ἡ ἀρχή ὑποχρεώνει τό κάθε στοιχεῖο τοῦ κόσμου νά κρατιέται στήν ὕπαρξη χάρη στήν ὕπαρξη ὅλων τῶν ἄλλων καί ὄχι στή βούλησή του καί μόνο γιά ἰσχύ. Ἐν ὀλίγοις τό ἔργο πού βγαίνει ἀπό τό ἐργαστήρι τοῦ Ἡφαίστου κάνει αἰσθητό τό ὅλον, ἔτσι ὅπως τό ψυχανεμίζεται ἡ κοινωνία του.
 Δέν εἶναι τυχαῖο, ἄς τό σημειώσουμε, πού αὐτός ἐδῶ ὁ κόσμος τῆς φιλίας, ὁ κόσμος ὅπου συνυπάρχουν καί ἰσορροποῦν οἱ πιό ἀντίθετες φαινομενικά καταστάσεις, ἀπεικονίζεται πάνω στό ἀντικείμενο πού προορίζεται νά προφυλάξει τόν Ἀχιλλέα ἀπό τά βέλη τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ κόσμος ὡς φιλία εἶναι ἡ μόνη ἀσπίδα τοῦ ἀνθρώπου.

Κανείς, νομίζω, δέν θά διαφωνήσει ὅτι ὁ ἀρχαιοελλήνικός κόσμος ἀρχίζει νά καταρρέει μέ τόν Πελποννησιακό Πόλεμο. Καί κανείς δέν θά διαφωνήσει ἐπίσης ὄτι ὁ Θουκυδίδης ἱστορικοποίησε τό γεγονός, πράγμα πού σημαίνει ὄτι τό κατέγραψε ὄσο πιό πιστά μποροῦσε, ἑρμηνεύοντάς το ταυτόχρονα. Θεώρησε λοιπόν ὀ Θουκυδίδης ὅτι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἦταν φυσικό ἐπακόλουθο τῆς μόνιμης ροπῆς τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἀνθρώπου ἐν γένει, γιά ἰσχύ καί ἐξουσία. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς θεμελιώνεται ἡ μεγάλη, ἡ ἀνυπέρβλητη σύγχυση. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἱστορικοῦ ταυτίζεται μέ τήν πραγματικότητα καί ἠ ἐρμηνεία του ἀναγορεύεται σέ παγκόσμια ἀνθρωπολογική ἀρχή. Γιατί, δέν εἶναι ἔτσι; Ὄχι βέβαια. Εἶναι ἔτσι μόνον στό βαθμό πού ἡ Δύση δράττεται τῆς εὐκαιρίας γιά νά δικαιώσει καί νά ἐμπεδώσει τόν δικό της τρόπο γέννησης, ὕπαρξης καί μεθόδου ἑρμηνείας τοῦ κόσμου. Καί ὁ  Ὅμηρος κατέγραψε καί ἑρμήνευσε ἕναν πόλεμο, ἀλλά δέν βγαίνει καθόλου τό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί ἡ Δύση δέν θεμελιώνει τό ἀνθρωπολογικό της πρότυπο στόν Ὅμηρο; Γιατί δέν φοιτᾶ στό σχολεῖο τοῦ Ὁμήρου; Ἐπειδή ὁ Ὁμηρος εἶναι ποιητής καί ὁ Θουκυδίδης ἱστορικός; Καί λοιπόν; Ἀπό πότε ὁ ἱστορικός εἶναι πιό κοντά στήν ἀλήθεια ἀπό τόν ποιητή;

...Φιλία-φιλεύω. Ἀρκοῦν οἱ δύο αὐτές λέξεις γιά νά περάσουμε ἀπό τόν ἀρχαιοελληνικό πολιτισμό στόν ἑλληνοχριστιανικό...  Ἡ φιλιά γιά τούς Ἕλληνες ἦταν προϋπόθεση ἁρμονίας τοῦ κόσμου. Ἔπρεπε νά ὑπάρχει φιλία γιά νά ἰσορροπεῖ τό σύμπαν. Γιά τόν χριστιανισμό ἡ φιλία ἦταν τό ζητούμενο...Ἡ διαφύλαξη τῆς φιλίας μέ τόν οἰκεῖο, μέ τόν γείτονα, μέ τόν συμπολίτη, με τόν συμπατριώτη: ἰδού ἠ μέριμνα τοῦ Ἑλληνα. Τό ἄνοιγμα τῆς φιλίας στό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἡ ὑπέρβαση τοῦ τοπικοῦ: ἰδού ἠ μέριμνα τοῦ χριστιανοῦ. Βέβαια καί στά δύο ἀξιακά συστήματα ὑπάρχει καί λειτουργεῖ τό θυσιαστικό στοιχεῖο.
...Γιά νά συμπυκνώσουμε αὐτή τή διαρκή μετατροπή τῆς κατάστασης (φιλία) σέ κίνηση (φιλεύω), αὐτή τήν «ἐνεργοποίηση» τοῦ οὐσιαστικοῦ «φιλία» χάρη στήν ἀνθρώπινη βούληση, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, σέ μαθηματική γλώσσα, χριστιανισμός=ρηματοποιημένος ἑλληνισμός...Περνώντας ἀπό τή «φιλία» στό «φιλεύω» εἶναι σάν ν’ἀναφύεται ἀπό τά τρίσβαθα τῆς γλώσσας μιά καινούργια ἐκδοχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι πιά αὐτός πού ἀπολαμβάνει τή φιλία σάν δῶρο ἄνωθεν, ἀλλά αὐτός πού τήν προσφέρει, πού τήν κοινωνεῖ, δίνοντας κάτι ἀπό τό ἔχει του χωρίς νά περιμένει ἀντάλαγμα....Καί δίκωλον ἐπιπρόσθετα τό «φιλεύω», γιατί ἡ «κοσμική»φιλία τῶν Ἑλλήνων, πού ἔχει πεθάνει ὡς παγκόσμια ἀρχή, παραμένει ἀτόφια μέσα στή νέα λέξη, δηλώνοντας ἔτσι ὅτι κάποτε μπορεῖ νά ἀναστηθεῖ,... ὅταν τά πολυάριθμα «φιλεύειν» ἀλληλοδιασταυρούμενα καί ἀλληλοπολλαπλασιαζόμενα, θά ἀναδομήσουν τόν χαοτικό κόσμο μας ὡς φιλία».

Ἡ κατανόηση τοῦ χριστιανισμοῦ ὡς ρηματοποιημένου ἑλληνισμοῦ , ἡ ρηματοποίηση ὡς λειτουργική κίνηση τῆς οὐσίας, διαφαίνεται μέσα ἀπό τά λειτουργικά κείμενα τῆς ἐκκλησίας ὅπου ἡ χρήση τοῦ ρήματος καί ἰδιαίτερα τῆς μετοχῆς ἀποκτᾶ  δυναμική ἱερῆς κλήσης.
Γιά παράδειγμα ἀκοῦμε  τά ρήματα ὅπως ἱερώσατε, πραΰνατε, φωταγώγησον, ζώωσον, καρδίωσον
καί μετοχές ὅπως καταυγάζουσα, μετάγουσα, φωτίζουσα, χωρήσασα, ἐκλάμπουσα,
ὅλα τους ρηματικοί τύποι πού διανοίγουν τη μεθεκτική διάσταση τῆς κλήσης.

Θά πρόσθετα ὅμως καί μία βαθύτερη διάσταση.  Διότι  ἡ φιλία ἀποτελεῖ μιά ἀναστάσιμη διακονία,
μιά κίνηση μακροθυμίας, μιά καλλιέργεια τῆς εὐχαριστιακῆς πρόσληψης τοῦ ἄλλου.
Θά μποροῦσαμε να δοῦμε τή φιλία ὡς τήν εὐχαριστιακή τράπεζα πού δεξιώνεται τόν κόσμο ὄχι οἰκονομικά ἀλλά σωτηριολογικά.
 Ἡ φιλία εἶναι εἴσοδος στην θεῖα ἀγάπη.
 Γιά τό τί μπορεῖ νά σημαίνει αὐτό θά κλείσω μέ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Φιλίππου Σέρραρντ «Τό ἱερό στή ζωή καί τήν τέχνη»:
« Μ’ αὐτόν τόν τρόπο… φέρει ὁ ἕνας τόν ἄλλο πιό κοντά στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ.
Τό νά ζεῖ κάποιος σέ μιά κατάσταση φιλίας εἶναι σά νά ζεῖ ἐν Θεῷ…
Ἡ ἑνότητα τῶν φίλων ἀντανακλᾶ τήν πρωταρχική κοσμική ἑνότητα ὅλης τῆς δημιουργίας…
Μόνο ἐκεῖνο πού ρίχνει ρίζα στό αἰώνιο μπορεῖ νά  ἀποφύγει αὐτή τή διαδικασία ἀμοιβαίας καταστροφῆς,
νά  στηριχθεῖ καί νά φτάσει στήν ἀφθαρσία».



Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ
(σχόλιο στον πεζό κανόνα των Χριστουγέννων)

Δημήτρης Ἰωάννου

Η ανάπτυξη του Δόγματος έκανε αναγκαίο για  τους Πατέρες της Εκκλησίας να χρησιμοποιήσουν την ελληνική φιλοσοφική ορολογία, ερμηνεύοντας με νέο τρόπο τις βιβλικές εκφράσεις και ομολογίες. Και αυτό απετέλεσε - ως δωρεά μάλιστα της θείας χάρης- ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ανθρώπινης ιστορίας. Όσον αφορά την χρήση της ελληνικής ορολογίας, μπορούμε να δώσουμε κάποια παραδείγματα: προκειμένου να περιγραφεί το άρρητο μυστήριο του Τριαδικού Θεού, χρησιμοποιήθηκαν λέξεις όπως «ουσία», «υπόστασις», «ομοούσιον» κ.λπ., ενώ το χριστολογικό δόγμα, η κάθοδος δηλαδή του Λόγου στη γη, απαίτησε τη χρήση και άλλων όρων, όπως «φύσις», «θέλημα», «γνώμη» κ.λπ. Ο Χριστός δογματίσθηκε από τους θεοφόρους Πατέρες ως ο αληθής Θεός, «ομοούσιος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι», ενώ στην Παλαιά Διαθήκη ο Μεσσίας προσημαινόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο: υπήρχαν φράσεις όπως «της μεγάλης βουλής άγγελος», «υιός του ανθρώπου» (αυτός ο τελευταίος υπάρχει και στην ίδια την Καινή Διαθήκη) κ.λπ. Η βιβλική, αλλά και η πρωτοχριστιανική θεολογία (η θεολογία δηλαδή πριν τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, γνωστή ως «ιουδαιοχριστιανική) ήταν, όπως μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς, με μια μικρή επαφή με τα πρωτότυπα κείμενα, περισσότερο οραματική στον χαρακτήρα της και αποκαλυπτική στο περιεχόμενό της. Συμπλήρωσε με τον πιο υπέροχο τρόπο το θετικό πνεύμα των Ελλήνων, που ήταν στραμμένοι και αφοσιωμένοι στο «λόγο» και τη δύναμη του, η  οποία όμως τελικά σφραγίστηκε ανεξίτηλα και βαπτίστηκε στα μυστικά νάματα του Ιορδανή.
 Ειναι αλήθεια ότι μεγάλο μέρος της βιβλικής και ιουδαιοχριστιανικής ορολογίας εγκαταλείφθηκε από τη Δογματική, και αυτό ήταν φυσικό, γιατί προείχε ο Θεός- Λόγος υπηρετηθεί και από τον ανθρώπινο «λόγο», να όμως που το οραματικό στοιχείο διασώθηκε μέχρι και τις ημέρες μας στη λατρεία της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα την υμνογραφία. Οι Έλληνες ποιητές της βυζαντινής εποχής –και εδώ ως Έλληνες λογίζω όσους έγραψαν στα ελληνικά, για να μην πω κι εκείνους τους οποίους χρησιμοποίησε για να μιλήσει η ίδια η ελληνική, προκειμένου να φανερώσει τα μυστικά της- ήταν φυσικό που θαύμασαν το μεγάλο βιβλικό Όραμα , την γλυκιά απαντοχή της Παλαιάς Διαθήκης και τον πράο θρίαμβο της Καινής. Η  επιβίωση αυτή της βιβλικής και ιουδαιοχριστιανικής εκφραστικής στην υμνογραφία έχει να πει πολλά και σε μας σήμερα, αν θέλουμε να αναβαπτιστούμε στους μυστικούς κρουνούς της πίστεώς μας. Αν θέλουμε να γιορτάσουμε τις εορτές μας ως την Αλήθεια της Κεχαριτωμένης Ποίησης.
Θα σταθούμε μόνο στο παράδειγμα των Χριστουγέννων, της κορυφαίας αυτής εορτής, που αφορά το γεγονός της Σαρκώσεως του Υιού, για το οποίο η πρωτοχριστιανική γραμματεία αναπτύσσει μια παντελώς ιδιαίτερη διδασκαλία, ιδιαίτερα εμπνευσμένη και μάλιστα μεγαλόπρεπη στις εικόνες που χρησιμοποιεί (πάντα στηριζόμενη ωστόσο στη βιβλική αποκάλυψη). Για τους ιερούς υμνογράφους μας, στάθηκε αδύνατον να εγκαταλείψουν το πρωταρχικό συμβολικό απόθεμα του χριστιανισμού, οπότε, κατ’ ανάγκην, ολόκληρη η ελληνική γλώσσα, ως αποφαντική δύναμη και ως φορέας εικονοποιίας, διαπεράστηκε από τούτο το μυστήριο της Γεννήσεως. Ο πεζός κανόνας των Χριστουγέννων, που τον έγραψε ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός, μεταφράζει σε υψηλή ποίηση το Δόγμα, αξιοποιώντας ακριβώς την παράδοση αυτή στο σύνολό της.
«Χριστός εξ ουρανών», διαβάζουμε ευθύς αμέσως στην α ωδή, «Χριστός επί γης» επιπροσθέτως, καθώς ο άγιος Κοσμάς ζητά απ’ όλους μας να υψωθούμε στα άνω, να γίνουμε ουρανοπολίτες, να παύσουμε να είμαστε «απερίτμητοι τη καρδία» («υψώθητε»). Όλα αυτά, από καθαρά Δογματική άποψη, δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά μόνο ότι ο Χριστός ενανθρώπησε, προσέλαβε δηλαδή την ανθρώπινη ανθρώπινη σάρκα μας, ωστόσο διευκρινίζουν ποιητικά πολύ καλύτερα ότι η Γέννηση του Κυρίου αποτελεί «κάθοδο» στα καθ’ ημάς: «Χριστός επί γης»! Συν-κατάβασις!
Καθώς ο Ύψιστος κατέβαινε προς τη γη, αποκρύπτοντας εν μέρει την αστραποβόλα μορφή Του, έγινε για τους αγγέλους άγγελος και για τους ανθρώπους άνθρωπος, σύμφωνα με αυτά τα γλυκύτατα παλαιότατα κείμενα, που θέλουν να εξάρουν τον απόκρυφο χαρακτήρα της Ενσάρκωσης . Ούτε οι άγγελοι δεν έμαθαν ότι ο Θεός μας κατεβαίνει στη γη για να φανεί άνθρωπος μέσα στους ανθρώπους! Όπως παρατηρεί μάλιστα κάπου ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αυτός ο κορυφαίος των θεολόγων, «εις ο αν γένηται ο το παν εν εαυτώ περιέχων, σύμμετρον εαυτώ τω δεχομένω ποιεί» (οποιοδήποτε ον προσεγγίσει ο Θεός, που τα πάντα περιλαμβάνει μέσα στο είναι Του, τον Εαυτό Του κάνει σύμμετρον με αυτό) . Και ο ιερός πατήρ εξηγεί πιο κάτω ότι ο Χριστός δεν γίνεται άνθρωπος μόνο για χάρη των ανθρώπων, αλλά, κατά την κάθοδό Του, συναντώντας και ευρισκόμενος μεταξύ των αγγέλων, «προς την εκείνων φύσιν εαυτόν συγκατάγει». Προσαρμόζει δηλαδή - ω της συγκαταβάσεως!- τον Εαυτό Του στην αγγελική φύση, για να επωφεληθούν και οι Άγγελοι ακόμη από την Ενανθρώπηση. Να γιατί και τα αγγελικά πνεύματα -  πυλωροί των διαφόρων σφαιρών του ουρανού (πολλοί άγγελοι, κατά τα κείμενα αυτά, περιφρουρούν τις εισόδους και εξόδους στο μεταξύ ουρανού και γης διάστημα), καθώς έβλεπαν τη δόξα του Μεσσία, αλλά δεν ήξεραν ποιος είναι ο διερχόμενος, αναρωτιόντουσαν: «ποιος είναι αυτός που λάμπει τόσο πολύ, λες κι είναι ο βασιλεύς της δόξης;».
Ναι, η αλήθεια είναι ότι ο Κύριος έγινε αποκλειστικά άνθρωπος και όχι βέβαια άγγελος, ωστόσο,  για να λάβει τη σάρκα μας, έπρεπε να διασχίσει ακόμη κι Αυτός –που έφτιαξε και το αγγελικό στερέωμα- το πνευματικά τάγματα, οπότε, με τη δική Του εκούσια βούληση, έγινε αντιληπτός και από αυτούς, που θαύμασαν το πέρασμά Του. Οι άγγελοι ωφελήθηκαν από τη κάθοδο του Λόγου, γιατί, όπως είπαμε, ο Κύριος από ταπείνωση έγινε «σύμμετρος» με αυτούς. Τους εξύψωσε πνευματικά, τους ανακαίνισε με το θεουργό φως Του από τα κατάβαθα της υπάρξεώς τους. Έχουν και αυτοί τα μύχιά τους- πραότητα, γαλήνη και αγάπη. Πρέπει όμως όλοι μας να γίνουμε άγγελοι στο πνεύμα, γι’ αυτό και ο ιερός υμνογράφος ανακράζει: «υψώθητε».
«Υψώθητε»: αυτή η λέξη αποδίδει την πνευματικοποίηση, που μας δώρισε ο Χριστός με την αγία Του έλευση. Η υπέροχη αυτή διδασκαλία περί αληθινής καθόδου του Λόγου αντανακλάται σε αυτή τη φράση του μελωδού: «Χριστός εξ ουρανών». Το ίδιο λέγεται επίσης και με τα εξής θαυμάσια λόγια του κανόνα των Χριστουγέννων: «ιδών ο Κτίστης ολλύμενον/ τον άνθρωπον χερσίν ον εποίησεν/, κλίνας ουρανούς κατέρχεται» (=βλέποντας ο Δημιουργός τον άνθρωπο, που έπλασε με τα χέρια Του, να καταστρέφεται, έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε). Εντυπωσιακή είναι για το ποιητικό της αποτελέσματα η χρήση του βιβλικού «κλίνας», καθώς, το ότι ο ίδιος ο Θεός «έκαμψε» τα ουράνια για να κατέβει στη γη, μοιάζει σαν να σημαίνει, κατά έναν εξαίσιο τρόπο, ότι και ο Ίδιος «έγειρε»: μας έδωσε την Κραταιά Του χείρα, ως Πατρική αυτή τη φορά, για να μας σώσει.
Όσον αφορά τη διδασκαλία ότι οι άγγελοι δεν ήξεραν το απόκρυφο μέγα μυστήριο, την ασπάζεται κι αυτή ο ποιητής, όταν γράφει πως «Σοφία, Λόγος και Δύναμις… Χριστός ο Θεός, Δυνάμεις λαθών, όσας υπερκοσμίους…». Ο Χριστός δηλαδή «έλαθε» - τι όμορφη αλήθεια λέξη!- από τους αγγέλους, τα μεγαλόπρεπα πνεύματα του ουρανού, καθώς, όπως είπαμε, ούτε σε αυτούς δεν ανακοινώθηκε το θεϊκό σχέδιο (το διευκρινίζει ο κατά πολύ πιο σύγχρονος σε μας άγιος Νικόδημος, σχολιαστής του κανόνα στο «Εορτοδρόμιόν» του).  Ο Χριστός ήταν ο «Άγγελος της Μεγάλης Βουλής» του Πατρός, η οποία δεν είναι άλλη από την Κένωση Του. Καθώς προχωρούσε η Θεολογία, δεν πρέπει να το αποκρύψουμε, οι περισσότεροι  Πατέρες συμφώνησαν ότι οι άγγελοι  γνώριζαν το μυστήριο (αγνοούσαν μόνο το «πώς», καθώς αυτό ειναι για κάθε κτιστή νόηση πλήρως ακατάληπτο), ωστόσο υπάρχει και μια εξαίρεση, προερχόμενη μάλιστα από τον μεγαλύτερο χριστιανό ρήτορα, τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο. Ο τελευταίος  παρουσιάζει τον Θεό - Πατέρα να λέγει στον αρχάγγελο Γαβριήλ, τον αγγελιοφόρο της Θείας Οικονομίας, λίγο πριν τον Ευαγγελισμό τα εξής λόγια: «σε σένα μόνο ανακοίνωσα το μυστήριο ∙ θέλω να μην το ξέρουν οι άλλες ουράνιες δυνάμεις». Πράγματι, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, μόνο ο Αρχάγγελος του Ευαγγελισμού ήξερε ότι ο Θεός θα «νηπίαζε» («λαθείν δε θέλω πάσας τας εν ουρανώ δυνάμεις», γράφει πιο συγκεκριμένα ότι είπε ο Θεός - Πατήρ). Ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός ακολουθεί εδώ αυτή τη διδασκαλία, γιατί θέλει να εξάρει το «κεκρυμμένον» του μυστηρίου. Το ρήμα «λανθάνω» παίρνει εδώ μια υπέροχη γλυκιά απόχρωση, σημαίνει κάτι το γαλήνιο, το ήρεμο, το ακαταλήπτως ειρηνικό. Το μυστήριο «έλαθεν» από όλους, γιατί, πέρα από το ότι ήταν υπερφυές, ο Κύριος είναι, αν και Θεός, απείρως Ταπεινός. Έρχεται στη γη αθόρυβα, ως «υετός επί πόκον…» (=βροχούλα που πέφτει σε απλωμένο μαλλί προβάτου)! 
Πράγματι, αυτό το στοιχείο, δηλαδή η ταπείνωση του Λόγου, είναι από εκείνα στα οποία οι μελωδοί και υμνογράφοι επιμένουν εν γένει πολύ. Ο Κύριος ήλθε στη γη ως η άκρα Ταπείνωσης, «ως πόκω γαστρί παρθενική ήλθες υετός, Χριστέ» (τροπάριο της δ ωδής). Ο άγιος Νικόδημος σχολιάζει το τροπάριο γράφοντας ότι ο Κύριος ήρθε στη γη «ταπεινά, ήσυχα, κρυφίως και πενιχρώς». Ακριβώς σαν μια μικρή βροχούλα… Τόσο απέριττη και απλή στάθηκε η κάθοδος του Λόγου («ως σταγόνες εν γη στάζουσαι», κατά τον κανόνα). Καμιά σχέση με ό,τι κάνουν οι επίγειοι βασιλείς.
Τα σχετικά κείμενα των υμνογράφων επιμένουν όμως πολύ και σε ένα άλλο συναφές θέμα, ότι δηλαδή ο Κύριος εκπλήρωσε μια αποστολή που Του την είχε αναθέσει ο Πατήρ. Η Δογματική από νωρίς ξεκαθάρισε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Πατρός, ο Λόγος, που είναι τέλειος Θεός, εκουσίως ήλθε στη γη, χωρίς να τον αναγκάσει κανείς, εφόσον το θέλημα της Αγίας Τριάδος είναι κοινό και στα Τρία Πρόσωπα της Θεότητας. Το θέλημα αφορά τη φύση, στην ορθόδοξη θεολογία! (Ακόμη και σε μας τους ανθρώπους η φύση μάλιστα είναι ιερή και επίσης ακατάληπτη! Ωστόσο, η Θεία Φύση ειναι απείρως πιο ακατάληπτη!) Αλλά, όπως ο Πατήρ ευδοκεί στον Υιό, έτσι και ο Υιός είναι αϊδίως, κατά το ιερό Ευαγγέλιο του Ιωάννη, «προς τον Πατέρα», γι’ αυτό και πάντοτε Αυτόν αποκαλύπτει. Αυτόν φανερώνει στους ανθρώπους. Εξ ου και οι υμνογράφοι αγαπούν τόσο πολύ την έκφραση της «Μεγάλης Βουλής Άγγελος», όπως φαίνεται και στον υπάρχοντα κανόνα («Θεός ων ειρήνης, πατήρ οικτίρμων, της μεγάλης βουλής σου τον αγγέλλον… απέστειλας ημίν», διαβάζουμε, όπου και γίνεται παραπομπή στο εδάφιο Ησ. η 6, το οποίο λέγει για τον Μεσσία ότι «καλείται το όνομα αυτού, μεγάλης βουλής άγγελος»).
Ο όρος «άγγελος» στην παλαιοδιαθηκική, και γενικότερα σημιτική σκέψη, δεν σημαίνει πάντα ένα κατώτερο, κτιστό ον, όπως σημειώνει ένας από τους πιο σημαντικούς Πατρολόγους του αιώνα που πέρασε (ο Ζαν Ντανιελού, ένας γάλλος καρδινάλιος που ανανέωσε τις πατερικές σπουδές στη Δύση): «Στην πραγματικότητα, γράφει, η λέξη άγγελος έχει μια συγκεκριμένη σημασία: περιγράφει μια υπερφυσική ύπαρξη, η οποία φανερώνεται. Εν τούτοις, η φύση αυτής της υπερφυσικής ύπαρξης δεν καθορίζεται από τη σημασία του όρου, αλλά από τη συνάφεια στην οποία χρησιμοποιείται».  Ο ίδιος ο Θεός, δηλαδή, όταν φανερώνεται, όταν εμφαίνεται, όταν γίνεται φωταύγεια για μας τους ταπεινούς, μπορεί να πάρει το όνομα «άγγελος» στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά και στους Σημίτες εν γένει. Προέχει η έννοια της δοξολογικής παρουσίας του Θεού, στοιχείο που πέρασε και διατηρήθηκε και στην ελληνική, καθώς η γλώσσα  αυτή «αγγελοποιήθηκε» - το ξέρει τόσο καλά ο Ελύτης! Στην νεοελληνική ποίηση η λέξη αυτή ειναι πια περισσότερο συνδυασμένη με την δοξολογία. Στην νεοελληνική ποίηση, ο άγγελος δεν επιτελεί κάποια εξωτερική διακονία, δεν είναι τόσο υπηρέτης, όσο ο  χαρμόσυνος δικός μας ξένος! Ειναι το πρόσωπο που λάμπει, γιατί το στέλνει ο Μέγας Φίλος, ο Πατέρας μας! «Υμάς δε είρηκα φίλους», είπε ο Κύριος στους μαθητές Του. Κι έτσι ο άγγελος είναι πάντα σημείο της δόξας του Θεού- εύκολα ο ίδιος ο Θεός παίρνει μάλιστα το προσωνύμιο αυτό κι οι υμνογράφοι το αξιοποιούν κατάλληλα. Ο ίδιος ο Χριστός επανειλημμένως στη Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζεται ως «άγγελος».
                                  **************
Το οραματικό στοιχείο που κυριαρχεί στην υμνογραφία φαίνεται και από την κυριαρχία του φωτός. «Ποιμένες αγραυλούντες, εκπλαγούς φωτοφανείας έτυχον ∙ δόξα Κυρίου γαρ αυτούς περιέλαμψε…», λέγει η ζ ωδή (=ποιμένες που έπαιζαν τον αυλό τους βρέθηκαν μέσα σε ολόλαμπρη φωτοχυσία, γιατί τους καταύγασε η δόξα του Κυρίου). Ανάμεσα στο δόγμα και στην εικονοποιία η ελληνική έστησε μια ευαίσθητη, γλυκιά και τρυφερή γέφυρα επικοινωνίας. Το δόγμα, λοιπόν, που θα διαμορφωθεί υστερότερα, λέγει ότι ο Κύριος είναι η άκτιστη Υπερουσία, ζωή υπέρ την ζωήν και φως υπέρ το φως- και μέσα σε όλα αυτά όμως η ποίηση και πάλι εξακολουθεί να λάμπει. Αλλα στην πρωτοχριστιανική γραμματεία, όλα λέγονται κάπως πιο ήσυχα, πιο απλά, με πολύ αρχαϊκές αλλά και πολύ δυνατές φράσεις, όπως «δόξα Κυρίου» ή αλλιώς, πράγμα που είναι το ίδιο, «εκπλαγής φωτοφάνεια». Λάμψεις και αναλαμπές φωτός… Πολλές φορές η αύξουσα κυριαρχία του Χριστού στη γη αποδίδεται μεταφορικά με την εικόνα του φωτός που σκορπίζει το βαθύ σκοτάδι. «Χριστός έλαμψεν», μας λέγει ένα άλλο τροπάριο της ίδιας ωδής, μεταφέροντας στην ποίηση τον όρο του Δόγματος ότι ο Θεός έγινε γνωστός στους ανθρώπους μέσα από την ανακαινισμένη ανθρώπινη φύση Του, φύση που προσέλαβε ο Υιός και Λόγος του Πατρός, το Δεύτερο Πρόσωπο της Θεότητας. Αυτό το φως, που είναι μαζί και φωτιά, μέγα πυρ, ειναι η Θεία Φλόγα (ας μην ξεχνάμε ότι η θεολογία του φωτός θα αναπτυχθεί τα μέγιστα στην Ορθόδοξη Εκκλησία τον ΙΔ αιώνα, χάρη στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά), που, επειδή ο Χριστός συγκαταβαίνει, δεν καίει τους ανθρώπους. «Θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος, εξεικόνισε κάμινος τύπον ∙ ου γαρ ους εδέξατο φλέγει νέους, ως ουδέ πυρ της θεότητος», την κοιλία της Παρθένου, που δέχθηκε βέβαια ειδική χάρη, εξαιτίας της αγίας ταπεινώσεως και μοναδικής υπακοής Της στο Θεό, να γίνει η πάναγνη μητέρα του Λόγου. Η Παναγία μας. Ο Χριστός, μάλιστα, κατά μια άλλη υπέροχη έκφραση, γνωστή στην Βίβλο αλλά και πολύ χρησιμοποιούμενη στην πρωτοχριστιανική φιλολογία, «ανέτειλεν». «Λύει… πλάνην πάσαν… εξανατείλας Χριστός», διαβάζουμε στον κανόνα. Ο Κύριος ειναι ο Ήλιος- τα Χριστούγεννα άλλωστε αντικατέστησαν μια παλιά φθαρμένη ειδωλολατρική γιορτή, αφιερωμένη στον ψευδοθεό Ήλιο.
Και φυσικά δεν θα μπορούσε να μην γίνει μνεία εδώ, σε αυτό το ποίημα του αγίου Κοσμά του Μελωδού, που διατηρεί τόσες πρωτοχριστιανικές μνήμες, στα άστρα, τα οποία μάλιστα παλιά λάτρευαν οι άνθρωποι ως θεούς. Κάποτε, λέγει ένα τροπάριο της η ωδής, η Βαβυλώνα σκλάβωσε την πόλη Σιών, τα Ιεροσόλυμα, παίρνοντας από αυτήν αναρίθμητα πλούτη ως λάφυρα («σκύλα»). Ο Χριστός, όμως, δεν άφησε ατιμώρητο αυτό το κακό, αλλά, αφού γεννήθηκε και έλαβε σάρκα στην σκλαβωθείσα Σιών, παίρνει πίσω -διά μέσου των Μάγων- όχι μόνο τους θησαυρούς της Βαβυλώνας, δηλαδή χρυσό και λίβανο και σμύρνα, αλλά αιχμαλωτίζει νοητά και τους ίδιους τους βασιλείς της Περσίας. Παίρνει δηλαδή πίσω τους «αστροπολούντας» Μάγους, όπως τους ονομάζει ο Κοσμάς. Τους «έλκει» στη δική Του προσκύνηση. Με ποιον τρόπο; «Συν αστέρι οδηγώ…».
 Για αυτό το αστέρι ίσως τα πιο υπέροχα λόγια, γράφτηκαν από κάποιον πολύ πρώιμο Πατέρα της  Εκκλησίας, τον άγιο Ιγνάτιο, της μεταποστολικής μόλις περιόδου, του οποίου σώθηκαν λίγες, αλλά πλήρεις Πνεύματος Αγίου επιστολές. Είναι ένας άγιος που αγνοεί τελείως το ελληνικό πνεύμα, γι’ αυτό και μπορεί να γράφει στα ελληνικά τόσο δυνατά, την πρώιμη εκείνη χριστιανική περίοδο. Πράγμα αλήθεια παράδοξο! Γράφει λοιπόν ο θεοφόρος Πατήρ τα εξής υπέροχα: «Αστήρ εν ουρανώ έλαμψεν υπέρ πάντας τους προ αυτού ∙ και το φως αυτού ανεκλάλητον ην», γι’ αυτό και προξενούσε «ξενισμό», θαυμασμό δηλαδή στους ανθρώπους, Η «καινότης» αυτού, το πόσο καινό θέαμα ήταν, έκανε όλους να απορούν και να εξίστανται και να αναρωτιούνται. Και τα υπόλοιπα αστέρια, μαζί κι ο Ήλιος και το φεγγάρι, «χορός εγίνοντο τω αστέρι»: άρχισαν να χορεύουν γύρω από αυτό το ουράνιο άστρο, στροβιλιζόμενα γύρω από τη μαγική έλξη του. Μα ο αστήρ της Βηθλεέμ ήταν πιο δυνατός στη λάμψη από όλα τα άλλα. Και υπήρχε «ταραχή …, πόθεν η καινότης η φαινομένη». Και τότε ήταν, όπως λέγει ο άγιος Ιγνάτιος, που «εμωραίνετο σοφία κοσμική, γοητεία ύθλος ην, και γέλως η μαγεία». Μωράθηκε η σοφία… Γελοιοποιήθηκε η μαγεία... Μαζί επίσης «πας θεσμός κακίας ηφανίζετο, αγνοίας ζόφος διεσκεδάννυτο, και τυραννική αρχή καθηρείτο», γιατί ο Θεός, όπως διδάσκει ο άγιος αυτός, που έγινε βορά των λεόντων, φάνηκε σαν άνθρωπος, και ο άνθρωπος -δηλαδή ο Χριστός ως ο τέλειος ενανθρωπήσας Θεός- ενεργούσε σαν Θεός, καθώς μάλιστα σχεδιαζόταν εντός ολίγου η κατάλυση του θανάτου. 
Είναι βέβαιο ότι η οραματική δύναμη τέτοιων λόγων, διά μέσου της υμνογραφίας, πέρασε ως ισχυρή εικονοποιία και γενικότερα συμβολικό απόθεμα (μέσω επίσης και της Αποκάλυψης Ιωάννου και άλλων βιβλικών κειμένων, που μετέφρασαν ποιητές μας στα νέα ελληνικά) στην νεοελληνική ποίηση, όπου το στοιχείο του εξαγνιστικού φωτός, η πλημμυρίδα της αποκαλυπτικής, καθαρτικής και φυσικά καταυγάζουσας φωτοχυσίας ανακαινίζει τα πάντα. Γι’ αυτό το λόγο οι μεγάλοι ποιητές μας έχουν άλλωστε έντονο το αποκαλυπτικό στοιχείο…  Δεν πρόκειται για αποκρυφισμό, μήτε στην ουσία για πραγματικό νεοπλατωνισμό, τουλάχιστον όλες τις φορές. Πρόκειται για τη λάμψη του άστρου της Βηθλεέμ, που σκόρπισε τον ζόφο της μαγείας… Μέσα στη λάμψη  του ωστόσο –όπως ακριβώς και στη βυζαντινή εικόνα της Γεννήσεως- κρύβονται τα σουδάρια το πάθους, με τα οποία τύλιξαν οι εικονογράφοι τον νεογέννητο Χριστό… Δεν λείπει μήτε το Θείο Δράμα από την νεοελληνική ποίηση…
                                          *************
Ο Κανόνας συνεχίζεται. Η ατμόσφαιρα είναι μυστηριακή. «Μυστήριον ξένον», μελωδεί ο  Κοσμάς, «ορώ και παράδοξον». Σε ένα άλλο περίφημο χωρίο ο προαναφερθείς άγιος Ιγνάτιος γράφει και τα εξής: «Και έλαθε τον άρχοντα του αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας, και ο τοκετός αυτής, ομοίως και ο θάνατος του Κυρίου ∙ τρία μυστήρια κραυγής, άτινα εν ησυχία επράχθη». Η παρθενική δηλαδή αγνότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου, και ο τοκετός αυτής, αλλά και ο θάνατος Αυτού στον Σταυρό, που  χαρακτηρίζονται ως «μυστήρια κραυγής» (=τα πιο ισχυρά και δυνατά μυστήρια), αυτά τα τρία υπερφυή γεγονότα διεπράχθησαν όλα εν ησυχία. Τα κάλυψε η αγία ταπείνωση, ενώ ο εχθρός, και όσοι είχαν εγωισμό μέσα τους, νόμιζαν ότι ο Μεσσίας θα έλθει μέσα σε μεγάλη ταραχή και θόρυβο, θα νικήσει το θάνατο πομπωδώς και με βαρύγδουπη μεγαλοπρέπεια. Αλλά ο Θεός ειναι μακριά από κάθε ταραχή και ψευδοβοή…
Η μυστηριακότητα αυτή φαίνεται να επιτείνεται και από τη χρήση της λέξης «Όνομα», που επιφυλάσσεται στη βιβλική και παλαιοδιαθηκική γραμματεία όταν γράφεται με κεφαλαίο «Ο», μόνο  για το Θεό- δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχό σε κάποια άλλη γλώσσα και παράδοση. Ο Χριστός περιγραφόταν στην πρωτοχριστιανική γραμματεία ως το «Όνομα» του Θεού, άρα ως Θεός- μια χρήση τόσο παράξενη για την ελληνικό κόσμο, που, κριθείσα αργότερα ως επικίνδυνη, εγκαταλείφθηκε από τη Δογματική, προκειμένου να αποφευχθούν παρανοήσεις (η ιερότητα του ονόματος φυσικά διατηρήθηκε, προπαντός στην Ορθόδοξη Ανατολή, ιδίως στην λεγομένη «νοερά» προσευχή του Ιησού). Το «Όνομα» εν γένει στην Παλαιά διαθήκη περιέγραφε το Θεό, όταν αυτός εκδηλώνεται ή αλλιώς αποκαλύπτεται στον κόσμο . Όταν ενεργώ, δεν βλέπεις παρά το όνομά μου, γιατί είμαι εγώ. Όταν ενεργεί ο Θεός, δοξάζεται το Όνομα Του. Αυτός είναι ο Δρων. Και ειναι αυτός ο υπέροχος μυστηριακός όρος, «Όνομα», που αργότερα θα μεταφρασθεί από τους μεγάλους Δογματικούς, γνώστες της φιλοσοφίας, σε «Θεία Ουσία», έναν όρο  που ο Έλληνας μπορούσε να αντιληφθεί καλύτερα: σημαίνει το άφατο εσωτερικό περιεχόμενο της θείας ζωής (γρήγορα όμως και αυτός ο όρος, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, και επειδή δεν ήταν αρκετός για να διατυπωθεί σωστά και επακριβώς το Δόγμα, συμπληρώθηκε από τον αγαπώντα τα ιερά μυστήρια και ιεροπρεπώς θεολογούντα άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, με ένα «υπέρ»:  «Θεία Υπερουσία»). Το «Όνομα», πιο δυνατά ακόμη και από την Παλαιά Διαθήκη, στην ύστερη ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία (που σχολιάζει, επεκτείνει και προεκτείνει το θεολογικό όραμα της Παλαιάς) πήρε τη σημασία της «Θείας Δυνάμεως» και «Δόξας». Γρήγορα επίσης, και τα ίδια τα Καινοδιαθηκικά κείμενα, των οποίων οι συγγραφείς γνώριζαν ασφαλώς όλη αυτή την παράδοση, απέδωσαν το Θείο Όνομα στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Ο Χριστός είναι το υπέρ παν Όνομα. «Πας γαρ ος αν επικαλέσηται το όνομα του Κυρίου σωθήσεται», γράφει ο απόστολος Παύλος, και εννοεί τον Θεάνθρωπο… Ο ίδιος ο Χριστός επίσης, όντας Ένα με τον Πατέρα Του, λέγει, προσευχόμενος σε Αυτόν ως άνθρωπος, «εφανέρωσά σου το όνομα τοις ανθρώποις».
Ο κανόνας λοιπόν των  Χριστουγέννων αποδίδει στον Χριστό πολλά Ονόματα, πολλούς  τίτλους, τα πιο πολλά με μυσταγωγικό χαρακτήρα, πέρα από καθαρά δογματικό. Το να λες το όνομα κάποιου ειναι αληθινή μυσταγωγία, πόσο μάλλον του ίδιου του Θεού… Πρέπει να εννοήσουμε ότι το όνομα στην παλαιοδιαθηκική και προπαντός χριστιανική παράδοση, που μεταμορφώνει την ελληνική, δεν ειναι τόσο «μαγεία» όσο «Εορτή». Ο Κύριος λοιπόν Ιησούς, όπως είναι φυσικό, αποκαλείται γιορτινά με πολλούς τίτλους: «Θεός» («εξ ουρανών»), «Υιός», «Κύριος», «Δημιουργός», «δεδοξασμένος», «Κτίστης», και προπαντός  «Σοφία», «Λόγος», «Δύναμις», «Ο προ των αιώνων», «Ο ανύψωσας το κέρας», «Αγιος», «Ο ποιμαίνων τον Ισραήλ» «Ο επ’ ώμων χερουβίμ», «Ράβδος εκ της ρίζας Ιεσσαί», «Άνθος», «Ο άυλος», «Η Εθνών απεκδοχή», «Σωτήρ» κλπ. Η πληθώρα όλων αυτών των ονομάτων δείχνει ότι ο όλος κανόνας, το θεσπέσιο αυτό ποίημα, έχει στην πραγματικότητα κατηχητικό και εν πολλοίς βαπτισματικό χαρακτήρα- με την έννοια ότι αναθυμίζει στους πιστούς τις βασικές αρχές της χριστιανικής πίστης. Μόνο αν το καταλάβουμε αυτό, θα εννοήσουμε τη συσσώρευση όλων αυτών των γιαχβικών, χριστολογικών και μεσσιανικών τίτλων στις ωδές.
Θα πρέπει ασφαλώς να υποθέσουμε ότι η αρχική χριστιανική κοινότητα, που παρουσιαζόταν πάντα ως ο νέος Ισραήλ, είχε συλλέξει και ομαδοποιήσει τους τίτλους που απέδιδε στον Μεσσία. Ο Χριστός, ήδη από την εποχή του αγίου Ειρηναίου, θεωρούνταν ως Αυτός που εμφανίστηκε στις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης και αποκαλύφθηκε με τις σωτηριώδεις θείες Του παρεμβάσεις στην Ιστορία. Ο Χριστός ήταν αυτός που έδωσε και τις προφητείες, κατόπιν τις εκπλήρωσε, απετέλεσε τη συνέχεια και την πλήρωση της Παλαιάς, νικώντας το θάνατο με την Νέα Του Διαθήκη. Η ελληνική σκέψη θα έμενε ικανοποιημένη μόνο με τη χρήση της λέξης «Θεός»: ο Ιησούς Χριστός είναι ο τέλειος Θεός. Αρκούσε στον Έλληνα αυτό μόνο, καθώς έμενε ευχαριστημένος με το σαφές έλλογο νόημα. Αλλά η ιουδαϊκή  -και η ελληνική έχει βαπτιστεί,  επαναλαμβάνουμε, στην ιουδαϊκή σκέψη μια για πάντα- καταλάβαινε περισσότερο τον Θεό με λέξεις όχι τόσο αφηρημένες, αλλά ικανές να δηλώνουν μια συγκεκριμένη πνευματική ιδιότητα. Ιδιότητα, όμως, η οποία γίνεται οπωσδήποτε πράξη, απτό αποτέλεσμα: η Λύτρωση. Με καταλαβαίνουν από το πόσο αγαπώ ή μισώ, χθες και σήμερα και αύριο. Και κάθε άνθρωπο ομοίως. Να που και ο Κύριος ενεργεί και αυτός κατά το Όνομά Του.
Ο Γιαχβέ είναι ο μόνος που δημιουργεί, που φέρει στην ύπαρξη, που μπορεί  επίσης να σώζει, να λυτρώνει.. Είναι Αυτός που εγγυάται την ανθρώπινη ακεραιότητα. Κανείς άλλος, μήτε άγγελος μήτε άνθρωπος, δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Ως εκ τούτου, όταν διαβάζουμε στο τροπάριο της α ωδής, «αύθις αναπλάττει ο σοφός Δημιουργός», καταλαβαίνουμε τη σημασία της λέξεως «αναπλάττει». Ο κανόνας ειναι γεμάτος από Παλαιοδιαθηκικές αναφορές στις σωτηριώδεις ενέργειες του Χριστού, γιατί οι θεολόγοι της Εκκλησίας από νωρίς διακήρυξαν ότι ο τα πάντα Ενεργών στην Παλαιά Διαθήκη, όπως είπαμε, είναι ο Χριστός. Ας ξαναδούμε λίγο τον κανόνα: σε ένα τροπάριο της α ωδής διαβάζουμε π.χ. για τον Κύριο Ιησού ότι ειναι ο «Κτίστης» -και μόνον ο Θεός κυριολεκτικά «κτίζει»! Ως Θεός λοιπόν ο Χριστός, βλέποντας τον άνθρωπο, «ον εποίησεν», να καταστρέφεται («ολλύμενον»), «κατέρχεται», εννοείται για να μας σώσει. Τα συνώνυμα αφθονούν. Μόνο ο Θεός κτίζει, δημιουργεί, ποιεί και επίσης λυτρώνει. Τον όρο επιπροσθέτως «απαύγασμα» του Πατρός, ο άγιος Κοσμάς δανείστηκε από την προς Εβραίους («ος ων απαύγασμα της δόξης», α, 3),  ενώ πρέπει να πούμε ότι εν γένει η προς Εβραίους Επιστολή, η πιο κατηχητική από όλες τις επιστολές της Καινής Διαθήκης (θεωρείται άλλωστε μια πραγματεία), γράφτηκε από αλεξανδρινούς εκχριστιανισμένους εβραίους (με κυρίαρχη πάντως τη θεολογία   του Αποστόλου Παύλου). 
Περαιτέρω, ο Χριστός ονομάζεται επίσης με μια άλλη παλαιοδιαθηκική γιαχβική έκφραση, «ο ανυψώσας το κέρας υμών» – ήδη σημειώσαμε αυτή τη φράση. Μόνο ο Θεός όμως ανορθώνει τον εκπεσόντα άνθρωπο, «υψοί» το κέρας. Η λέξη επίσης «άγιος» (η Παλαιά Διαθήκη χαρακτηρίζει τον Θεό με τα λόγια «ο Άγιος του Ισραήλ») δίνει έναν ιεροπρεπή και σεμνοπρεπή τόνο στα αδόμενα.  Προχωρώντας ο κανόνας, μιλώντας για τον Χριστό ως «σύμμορφον πηλίνης ευτελούς διαρτίας» (=αυτός που πήρε τη μορφή της χωμάτινης, ευτελούς φύσεως») αξιοποιεί και πάλι μια φράση του αποστόλου Παύλου: «ος εν μορφή Θεού ύπαρχων». Η χριστολογικά  αυτή έκφραση, παρμένη από την πρώιμη εικονοποιία της Καινής Διαθήκης, ειναι υπέροχη, καθώς λέγεται ότι ο Χριστός «συμ-μορφώθηκε» με την ανθρώπινη φύση, για την οποία χρησιμοποιείται πρωτότυπα η σπάνια κατά τα άλλα λέξη «διαρτία» (παρμένη με τη σειρά της από τον Ιώβ, όπου γράφεται ο στίχος «εκ πηλού διήρτισαι συ, ως και εγώ», λγ 3). Η δυνατή επίσης στην υποβολή της αγγελλολογική παράσταση που ακολουθεί, «χερουβίμ ο επ’ ώμων» (υπήρχαν δύο χερουβείμ στα Άγια των Αγίων, όπου και φυλάσσονταν  η Κιβωτός της Διαθήκης) πνευματοποιεί ακόμη περισσότερο το κείμενο, ενώ το «ο ποιμαίνων τον Ισραήλ», παρμένο από ένα ψαλμικό στίχο, μας γυρίζει πίσω, σε παλαιότατες εκφράσεις που χαρακτηρίζουν τον Θεό, τον Παντοδύναμο Γιαχβέ ως ποιμένα.
                                          **************
Τα Χριστούγεννα (ως αδιαχώριστα από τα Θεοφάνεια) είχαν στην αρχαία Εκκλησία βαπτισματικό χαρακτήρα, πράγμα που φαίνεται από το ότι και σήμερα ακόμη ψάλλουμε στη θεία Λειτουργία εκείνη την ήμερα τον στίχο: «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε». Ο άγιος Κοσμάς ευθυγραμμίζεται με το μυσταγωγικό και κατανυκτικό τους χαρακτήρα, αξιοποιώντας όλες τις σχετικές παραδοσιακές εκφράσεις. Ο Χριστός λυτρώνει, μέσα σε αυτή την μυστηριακή ατμόσφαιρα, της οποίας το αποκαλυπτικό στοιχείο, μαζί και η μοναδική  γλυκύτητα, το θάμβος μετουσιώνονται ήσυχα και τερπνά σε ελληνική υμνολογία. Οι πιο σύγχρονοι Έλληνες ποιητές, ο Ελύτης για παράδειγμα, αλλά και άλλοι, έχουν δανειστεί στοιχεία οραματικά, αποκαλυπτικά και κοσμογονικά από όλη αυτή την ατμόσφαιρα και τα έχουν εντάξει στα έργα τους, δίνοντας τους ασυνείδητα μυσταγωγικό, για να μην πούμε βαπτισματικό, χαρακτήρα.
-------------------------
Οδηγός σε αυτά μπορει να σταθεί ένα πολύ καλό βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα: Jean Danielou, «Η Θεολογία του Ιουδαιοχριστιανισμού», Απ. Διακονία της Εκκλ. της Ελλάδος, Αθήνα 2018.
  ό.π. σελ. 324.
  «Εορτοδρόμιον», Εκδ. Ορθ. Κυψέλη, Θεσ/κη 1987, τομ. Α σελ. 158
  Jean Danielou, ό.π.σελ. 233.
 ό.π. σελ. 278.




Ἀνάγνωση καί συζήτηση τοῦ διηγήματος «Γουτοῦ-Γουπατοῦ»

Εἰσηγητής ὁ κ. Δημήτρης Κουτσούγερας






Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Μέ εἰσηγητή τόν κ. Δημήτρη Κουτσούγερα καί ἀφιέρωμα στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ξεκινοῦν οἱ συναντήσεις τοῦ ἐργαστηρίου. Μέ χαρά σᾶς περιμένουμε  τήν Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2018 στίς 18:00 στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας. Θά γίνει ἀνάγνωση καί συζήτηση τοῦ διηγήματος «Γουτοῦ-Γουπατοῦ».

------------------------------------


Μέ ἀφιέρωμα στόν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη ξεκίνησε τό Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς «Διαπορθμεύων Λόγος τή φετινή πορεία του. Ἡ παρουσίαση τοῦ διηγήματος «Γουτοῦ-Γουπατοῦ» ἀπό τόν κ. Δημήτρη Κουτσούγερα δημιούργησε μιά ζεστή καί στοχαστική ἀτμόσφαιρα μέσα ἀπό τήν ὁποῖα προσεγγίσαμε τό νόημα τοῦ ἔργου ἀλλά καί τό φιλόστοργο πνεῦμα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πού μέ περισσή διάκριση καί διορατικότητα ἀφουγκράζεται τούς «ἐλαχίστους» καί κατατρεγμένους τοῦ βίου. Αὐτό πού ἐμεῖς μέσα ἀπό τή δική μας βολή, ἀβίαστα χλευάζουμε, καταδικάζουμε ἤ ἀποστρεφόμαστε ἐκεῖνος τό διηθεῖ φιλοκαλικά προστατεύοντας ἀπό τήν ἀπόρριψη καί τήν  κατάκριση τούς ἡττημένους  αὐτῆς τῆς ζωῆς.

--------------------------------------

Παπαδιαμάντης: Ἡ γραφή εἰς τήν ὁποία ἀναπνέει τό μυστήριο.
 K. Ἀθηνιώτη - Παπαδάκη 
(Δημοσιεύθηκε http://blogs.antifono.gr/istologia : Πέμπτη, 04 Ιούνιος 2015)

  
 Χρόνους πολλούς μοῦ πῆρε νά συνειδητοποιήσω τί ἦταν αὐτό πού μέ μάγευε στή γραφή τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἦταν ἡ γλῶσσα ἡ μελίρρυτος τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου, μήπως τό μεταγγιζόμενο ἦθος, τά τεταπεινωμένα πρόσωπα ἤ ἡ μετάβασή μου σέ χρόνους καί τόπους ἀλλοτινούς;
   Τό «φῶς» του «’ενῶ ἐφαίνετο ἐκεῖ ἀκίνητον, ὡς καρφωμένον…ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλοέν». Κι ἔνιωσα ἔτσι μέσα στά γεγονότα καί τήν ἀναπνοή τοῦ μυστήριου ταυτόχρονα.
Μιά νηπτική κίνηση στή λεπτομέρεια τῆς περιγραφῆς, μιά ἱερή μυστική ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ   φυσικοῦ καί τοῦ θείου καί ἀνεπαίσθητα ἡ ψυχή διαποτίζεται ἀπό τό μυστήριο. Ὅλα εἶναι ἤδη σωσμένα ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἔκβασή τους, «ἐκεῖ πού ἐξακολουθοῦν νά παλιώνουν τά πράγματα, παραμένει ὅμως καινούργιος ὁ Θεός∙ καί φυσικά οἱ λέξεις πού τόν ἐκφράζουν…Ὅλα παίρνουν τό χαρακτήρα τοῦ μυστηρίου καί τῶν ὑπερφυσικῶν γεγονότων, χωρίς σχεδόν, νά διαταράσσεται ἡ τρέχουσα καθημερινή φύση τῶν πραγμάτων.»(Ἐλύτης)
   Ἡ Παπαδιαμαντική γραφή μεταφέρει μέ φυσικό τρόπο καί τό μυστήριο. Μιά μεθεκτική σημαίνουσα ροή διαστέλλει τήν ἀντίληψη. Τίποτα δέν ὑφίσταται πιά ἀντικείμενο. Στά χρόνια μας ἀπουσιάζει ἐντελῶς ἡ ἀγωγή γιά τό μυστήριο. Ἔλλειμμα μυσταγωγίας χαρακτηρίζει τό βίο μας. Γιά τόν κυρ-Ἀλέξανδρο ἀναπνοή τῶν προσώπων καί τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ αὔρα τοῦ μυστηρίου τους. Ἡ ἰδιαίτερη κλήση τους μέσα στό πανδέγμων φῶς τοῦ Θεοῦ.
   Ἀποκαλύπτει ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος μιά κεκρυμμένη ἁγιότητα ἀκόμη καί στήν ἐλάχιστη κίνηση καί στήν ἐλάχιστη παρουσία. Φωτίζει τήν ἁγιότητα τῆς τεταπεινωμένης καθημερινότητας, τήν ἁγιότητα τῆς στέρησης καί τῆς ἐγκαρτέρησης, ἀλλά καί τήν ἁγιότητα μέ τήν ὁποία συνομιλεῖ καί παραστέκει στόν ἄνθρωπο ἡ κτίση.
   Καταφέρνει νά ἀποδώσει, μέ τήν γραφίδα του, τήν κεκρυμμένη θεολογία τῆς καθημερινότητας, τήν καθαγιαστική θεολογία τῆς παραίτησης καί τῆς ἔσχατης ὁλιγάρκειας. «χωρίς ἀγαθά ὑλικά ὁ χῶρος ὁ ἀνθρώπινος ἤτανε τόσο ἀδειανός, πού τό θαῦμα χωροῦσε πιό εὔκολα»(Ἐλύτης). Τό ἐλάχιστο ἀναδεικνύεται ὡς χέρι Θεοῦ διά νά μήν καταποντιστεῖ ἡ ὕπαρξη ἀπό τούς ἀπειλητικούς κυματισμούς ἑνός χωροχρονικοῦ ἀρραβώνος.
   Ἡ γλώσσα του εἶναι ἦχος γλυκύς μειλίχιος, σάν τό νάϊ τοῦ περιπλανώμενου, ἀνέστιου δερβίση, πού παρά δύο τελείες γίνεται τό Ναί τοῦ Χριστοῦ , τό Ναί τό φιλάνθρωπον, τό πράον. Ταυτόχρονα ὅμως ραγίζει τήν ἀρτηριοσκλήρυνση τοῦ καταπετάσματος τῆς συνειδήσεώς μας, γιατί εἶναι ὁ ἦχος ὁ καθαρός, ὁ ἦχος ὁ σημαίνον τή βαθύτερη ἀποστολή και πορεία τοῦ κόσμου, τήν ἀδιάσπαστη συνοχή καί συνέχειά του μέ τά φυσικά καί τά θεϊκά στοιχεία.
   Ὁ νοῦς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι νοῦς νήψης. Ὅλα τά βουτᾶ στήν κολυμπήθρα ἑνός μυστηρίου πού λειτουργεῖ ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ στήν ἀγωνία τοῦ βίου. Ὁ βίαιος ἄνεμος καί ὁ γαληνός γιαλός εἶναι τόποι πού ὡριμάζουν τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς καί ἐπανασυνάπτουν καθετί χωροχρονικό στήν αἰώνια πηγή του. Τά πάθια καί οἱ καημοί τέλος δέν ἔχουν. Τέλος ὅμως δέν ἔχει καί τό ἔδαφος τοῦ Θεοῦ στό δάκρυ μας. Τό Ἀνάστα ὁ Θεός λειτουργεῖ ἀγαπητικά στή μυστική λεπτομέρεια πού δεν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει.
   Ἡ στέρηση, ἡ ἐγκαρτέρηση, ἡ κακοπάθεια παράγουν φιλανθρωπία καί δικαιοσύνη ἐσχατολογική. Δικαιοσύνη ἐσχατολογική καθῶς κάθε πράξη ἔχει ἤδη μέσα της τόν Θεό ἤ τόν δαίμονα. Ὁ βίος ἀτενίζεται, παρακολουθεῖται ἀπό τό τέλος τῆς θείας καθολικότητας. Ἕνα μύρο λανθάνουσας ἁγιότητας ἀκολουθεῖ τήν κάθε μας κίνηση.
   Ἡ γραφή του ἔχει σῶμα μακροθυμίας. Εἶναι εὐέλπιδο ἀνοιχτό μπουγάζι ἀπό τα ἔσχατα. Καί ὑποστασιάζεται ὡς ἑνότητα. Ὅλα εἰς τό μεθεκτικό Ἕν τοῦ Θεοῦ, ὅλα σέ σχέση καί κοινωνία, συνοδοιποροῦν τραβώντας μας ἔξω ἀπό τίς εἰδωλικές συμπληγάδες τῆς ἐπιφάνειας. «Ἡ αἰσθητική του εἶναι…μιά ἠθική… ὁ τόνος πρός τό θεῖο…μέ μιά κίνηση σχεδόν ἱερατική, μ᾽ ἕναν ρυθμό χοροῦ τραγωδίας ,μόλις αἰσθητόν, ἀλλ᾿ ἀρκετόν γιά νά ὑποβάλλει τή βαθύτερη …τήν ἀληθινή φύση τοῦ κόσμου» (Ἐλύτης).
   Εἶναι παραδείσια ἐρωτικός, σῶμα πού φορᾶ ἀκόμα τό ἄφθαρτον φῶς του καί μέ αὐτό ἐρωτεύεται τά πάντα. Ὅλα τά προσοικειώνεται ἔτσι πού νά ἁγιάζονται. Ἔρως-θέρος ἀλλά καί ἔρως-ἥρως. Ἔρως-ἱερουργός, « τό φορτίον τό εὔγκαλον», ἀνακούφιση καί ἀναψυχή, ὁ ἑαυτός ὁ ἐλαφρότερος, ὁ μεθεκτικά διαπερατός. Ὄχι πρός τό ἐπιθυμῆσαι ἡ κίνηση, ἀλλά πρός τό ἀγαπῆσαι πλήρως καί ἀνιδιοτελῶς.
   «Τάχα ἡ μοναδική ἐκείνη ἀνάμνησις τῆς λουομένης κόρης , μ᾽ ἔκανε νά μή γίνω κληρικός; Φεῦ! ἀκριβῶς ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη ἔπρεπε νά μέ κάμῃ νά γίνω μοναχός» (Ὄνειρο στό κῦμα) .
   «…σέ τελική κατάληξη …προσγειώνεται στό ἔδαφός του, γιά νά ψάλλει τραγούδια τοῦ ἔρωτα, κάποιος ἄγγελος Κυρίου. Τραγούδια τοῦ ἔρωτα ὁ ἄγγελος; Ναί, ἄν θέλουμε ν᾿ ἀκριβολογήσουμε. Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ἐλύτης).


------------------------------------
ΑΝΑ-ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΛΙΜΑΚΑ
--------------


2018-19
Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Δήμου Ἱστιαίας-Αἰδηψοῦ
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ»

ΑΝΑ-ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΛΙΜΑΚΑ


ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Γιά πέμπτη συνεχή χρονιά τό Ἐργαστήρι Δημιουργικῆς Γραφῆς
«ΔΙΑΠΟΡΘΜΕΥΩΝ ΛΟΓΟΣ» συνεχίζει τή στοχαστική πορεία του
καί σᾶς καλεῖ στή δημιουργική συντροφιά του..
Τήν Παρασκευή 16 Νοεμβρίου στίς 17:00 στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου Ἱστιαίας
θά γίνει ὁ ἁγιασμός γιά τό ξεκίνημα τῆς νέας χρονιᾶς.
Ἡ παρουσία σας θά μᾶς δώσει χαρά.


--------------------------------------------------

ΑΝΑ-ΓΝΩΣΕΩΣ ΚΛΙΜΑΚΑ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ἀνάγνωση καί συζήτηση τοῦ διηγήματος «Γουτοῦ-Γουπατοῦ»
Εἰσηγητής ὁ κ. Δημήτρης Κουτσούγερας

Παπαδιαμάντης: Ἡ γραφή εἰς τήν ὁποία ἀναπνέει τό μυστήριο.
 Ἀθηνιώτη - Παπαδάκη Κατερίνα

Ἡ ὀντολογία τοῦ ὀνόματος (σχόλιο στόν πεζό κανόνα τῶν Χριστουγέννων)
 Δημήτρης Ἰωάννου

Ὁ κόσμος ὡς φιλία (Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Λάκη Προγκίδη :Ὑπό τήν παπαδιαμαντικήν δρῦν)
Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα 

Ἡ ἐπικαιρότητα τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὀμολογητή :Ἡ διδασκαλία του περί τοῦ νοῡ
 Δημήτρης Ἰωάννου

Ἡ προσευχή ὡς ὁδός πρός τή γνώση
Εἰσηγητές  Κατερίνα Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη καί  Δημήτρης Ἰωάννου

 1. XOΡIKA AΠO TO BΡAXO  Τ.S. ELIOT
2. ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΦΑΙΔΡΟΣ  (απόσπασμα)
3. Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΕΡΡΑΡΝΤ  (Ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα  Πηγή: Ἀντίφωνο) 
4.ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ
Κεφ.4ο α. Ἡ προσευχή ὡς ὁδός πρός τή γνώση
Κεφ.5ο  γ. Ἄκτιστο Φῶς καί λόγος Θεοῦ
5. ΔΥΤΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΣ. (ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ : Ὑπέρ τῶν ἱερώς ἡσυχαζόντων)
6. ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. (ΓΕΡΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ)
7. ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας  (ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ: «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ»)-
8. Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ. ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ / ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ (ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου ΠΕΤΡΟΥ: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ . ΚΕΦ. 7 Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΔΩΝ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ α.Τό χάρισμα τῆς θεολογίας ὡς καρπός τοῦ μυστηρίου τῆς ὑπακοῆς / Ἱερά Μονή Τιμἰου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2019.)



«Πῶς νά εἰσέλθω στήν καρδιά;»
 Εἰσηγητής ὁ κ. Δημήτρης Ἰωάννου.

Ἡ μαρτυρία τοῦ ποιητή. Ὁ  Ὀδυσσέας Ἐλύτης καί ἡ ἀνακάλυψη τῆς Ἑλλάδας
Φιλίππου Σέρραρντ

Ὀδυσσέας Ἐλύτης: Ἡ ποίηση ὡς μαρτυρία καί διακονία ἀνάστασης 
Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα 
Ἡ μετουσίωση τοῦ μοντερνισμοῦ  στόν Φώτη Κόντογλου
    (Μέρος Α, Τά Πάθη τῆς Δημητσάνας)
 Δημήτρης  Ἰωάννου

ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ
Κατάσταση  περιορισμένης πραγματικότητας
(ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ: «ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ - Γ.ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ»)
 Ἀθηνιώτη-Παπαδάκη Κατερίνα 

Η ΥΠΑΚΟΗ ΩΣ ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ. ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΥΠΑΚΟΗΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ / ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΥΠΑΚΟΗΣ (ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἱερομονάχου ΠΕΤΡΟΥ: ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ . ΚΕΦ. 7 Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΟΔΩΝ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ α.Τό χάρισμα τῆς θεολογίας ὡς καρπός τοῦ μυστηρίου τῆς ὑπακοῆς / Ἱερά Μονή Τιμἰου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2019.)



---------------------------------------------------------------------------